Διάσημοι που ασπάστηκαν το Ισλάμ

René Guénon

.

Προκειμένου να γνωρίσετε την αλήθεια του φωτός, πρέπει να ανέλθετε στην πηγή του ως ένα μοναδικό βιωματικό πείραμα”  Ρενέ Γκενόν

.

Ο Γάλλος λόγιος Ρενέ Γκενόν – ή Σεΐχης Αμπντούλ-Ουάχιντ Γιάχια – ήταν αυθεντία στις θρησκείες ειδικά στο Ισλάμ του 20ου αιώνα. Το όνομα που διάλεξε αφότου ασπάστηκε το Ισλάμ, συνοψίζει όλη τη ζωή του σε μερικές λέξεις «Αμπντούλ-Ουάχιντ» που σημαίνει «ο Δούλος του Ενός» τονίζει ότι επέλεξε το δρόμο της ηρεμίας μακριά από τις συγκρούσεις και τις αγωνίες της ζωής, το δρόμο του Αλλάχ, του Ενός, Αυτού που δεν συνεταιρίζεται με κανέναν.

.

Ο Γκενόν από Χριστιανός έγινε Μουσουλμάνος, αφού μελέτησε τον Τεκτονισμό και τις αρχαίες Ανατολικές φιλοσοφίες. Ασπάστηκε το Ισλάμ μετά από μακρά αναζήτηση του συνδέσμου εκείνου που θα ένωνε τον ίδιο με το Σύμπαν.

..

Τα πρώτα του βήματα
Ο Γκενόν γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1886, στην πόλη Blois της κεντροδυτικής Γαλλίας. Η οικογένεια του ήταν συντηρητική Καθολική. Ο Γκενόν σαν παιδί, υπέφερε από μία ασθένεια που τον εξασθενούσε πολύ κι έτσι άργησε να πάει σχολείο. Έτσι μέχρι τα 12 χρόνια του, η θεία του ήταν αυτή που του έμαθε γραφή και ανάγνωση στο υπέροχο σπίτι της στις όχθες του ποταμού Loire.

.

Όταν ήταν 16 ετών, φοίτησε στο Rollin College του Παρισιού όπου πήρε πτυχία στη φιλοσοφία και στα μαθηματικά. Ενώ δεν είχε τελειώσει με τις πανεπιστημιακές σπουδές του, αποφάσισε να διευρύνει τις γνώσεις του στο Παρίσι, μαθητεύοντας σε έναν χώρο που συγκεντρώνονταν λόγιοι και καθηγητές από όλο τον κόσμο.
.

Στα 20 του άρχισε η αναζήτηση απαντήσεων σε ερωτήματα που οι Καθολικοί θεολόγοι αδυνατούσαν να απαντήσουν. Αποφάσισε να σπουδάσει τις μεγάλες θρησκείες της ανθρωπότητας και τις πνευματικές φιλοσοφίες. Η αναζήτησή του τελείωσε όταν ασπάστηκε το Ισλάμ. Έγινε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους λόγιους του Σουφισμού.

.

Ο δρόμος του προς την Πίστη
Το 1906 φοίτησε στην ελεύθερη σχολή μεταφυσικών σπουδών υπό έναν Ασιάτη διδάσκαλο, επίσης εντάχθηκε και σε άλλες μυστικιστικές σχολές. Το 1908 εντάχθηκε στη Μεγάλη Τεκτονική Στοά της Γαλλίας. Επίσης εντάχθηκε και στην εκκλησία των Γνωστικών, της οποίας η βάση βρίσκεται στη φιλοσοφική αναζήτηση που οδηγεί στη μεγαλύτερη κατανόηση και γνώση για το Θεό. Ενώ ήταν αναμεμειγμένος με τόσους οργανισμούς Εσωτερισμού, Μυστικισμού, Γνωστικισμού, παράλληλα άρχισε μελέτες πάνω στα εσωτερικά κομμάτια του Ινδουισμού, του Ισλάμ, του Χριστιανισμού και του Ταοϊσμού.

.

Η πρώτη γραπτή δουλειά του Γκενόν εμφανίστηκε το 1909. Δημοσίευσε δύο επιστημονικές εργασίες και ένα θέμα συζήτησης σε επιστημονικά περιοδικά, όπως επίσης ένα αποκαλυπτικό σύγγραμμα στο περιοδικό Christian Masonry of France. Υπέγραφε με το ψευδώνυμο Αμπουλ-Χολ (σημαίνει “Σφίγξ”).

.

Στα τέλη του 1909, ο Γκενόν ορίστηκε επίσκοπος της Γνωστικής Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Την ίδια χρονιά επιμελήθηκε και εξέδωσε μία περιοδική έκδοση με το όνομα La Gnose για την οποία έγγραψε πολλά δοκίμια και επισκοπήσεις πάνω στην πνευματικότητα και τον εσωτερισμό. Το γράψιμό του φανέρωνε την αυστηρή κριτική του πάνω στην Εκκλησία των Γνωστικών, θεωρώντας τις σύγχρονες πνευματικές σέκτες τίποτε άλλο παρά υλισμό νέου επιπέδου με μόνο σκοπό να επικαλύψει τη σύγχρονη επιστήμη και τον πνευματικό άνθρωπο.

.

Η Στιγμή της Απόφασης
Η σχέση του Γκενόν με τον Γάλλο διανοούμενο και ζωγράφο Gustav Ageli ήταν καθοριστική για το γεγονός ότι ο Γκενόν ασπάστηκε το Ισλάμ. Ο Ageli ασπάστηκε το Ισλάμ το 1897 και άλλαξε το όνομά του σε Αμπντούλ-Χάντι. Εξέδιδε ένα Αραβο-Ιταλικό περιοδικό με το όνομα “Αλ-Νάντι” την εποχή που ο Γκενόν εξέδιδε το La Gnose. Το 1910 ο Αμπντούλ-Χάντι ανέλαβε πιο δραστικό ρόλο στο περιοδικό δημοσιεύοντας επιστημονικές έρευνες και πολλές μεταφράσεις στα Γαλλικά κειμένων των Σούφι.

.

Το 1912, μετά από βαθιά μελέτη, ο Γκενόν ασπάστηκε το Ισλάμ. Ένας φημισμένος Σεΐχης (πνευματικός διδάσκαλος) ονόματι Αμπντούλ-Χαλίμ του Πανεπιστημίου Αλ-Άζχαρ τη δεκαετία του ’70 είχε πει “Ο λόγος που ο Γκενόν ασπάστηκε το Ισλάμ είναι απλός και ταυτόχρονα λογικός. Ήθελε να ακολουθήσει μία θεία Γραφή που ποτέ να μην κάνει λάθος. Μετά από ενδελεχείς σπουδές το μόνο που βρήκε ήταν το Κοράνι. Είναι το μόνο Βιβλίο που ούτε παραποιήθηκε ούτε άλλαξε διότι ο Αλλάχ όρισε στον Ίδιο την προστασία του. Ο Γκενόν ακολούθησε τους κανόνες του και σας αποτέλεσμα απέκτησε πνευματική γαλήνη”.

.

Ο Σουφισμός στη Σορβόννη
Τον Ιούλιο του 1915 ο Γκενόν πήρε το πτυχίο της φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές αποζητώντας υψηλότερα επίπεδα γνώσης. Εργάστηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας στην Αλγερία για κάποιο διάστημα. Επέστρεψε στο Παρίσι προκειμένου να ετοιμάσει τη διδακτορική του διατριβή πάνω στο διαφορικό λογισμό. Ωστόσο, επειδή πάντοτε είχε ανεξάρτητη φιλοσοφική άποψη ο καθηγητής του αρνήθηκε να του δώσει το πτυχίο του διδάκτορα. Αργότερα το 1918, ο Γκενόν άρχισε να προετοιμάζεται για το ανώτατο επίπεδο στη φιλοσοφία.

.

Αυτό δεν επρόκειτο να σταματήσει τον Γκενόν, ή Σεΐχη Αμπντούλ-Ουάχιντ Γιάχια, από τη συνέχιση των σπουδών και των ερευνών του. Οι καρποί αυτοί της αφοσίωσής του ήταν δύο βιβλία που εξέδωσε το 1921, ένα από τα οποία ήταν μία σπουδή πάνω στις Ινδουιστικές θεότητες. Συνεχίζοντας το έργο αυτό προχώρησε σε μία σειρά βιβλίων και άρθρων σε διάφορες εφημερίδες. Το 1925 άρχισε να δουλεύει σε ένα περιοδικό που λεγόταν “Le Voile d’ Isis” (Το πέπλον της Ίσιδος) στο οποί έγραφε συστηματικά ως το 1929. όλο αυτό το διάστημα του γίνονταν κρούσεις να ανέβει ψηλότερα αλλά εκείνος ποτέ δεν επιθυμούσε τη θέση του αρχισυντάκτη.

.

Επίσης το 1925, ο Σεΐχης Γιάχγια (Γιάχγια = Ιωάννης) έδωσε τη σημαντικότερη ομιλία του στη Σορβόννη με τον τίτλο “Ανατολική Μεταφυσική”. Μίλησε για τις διαφορές μεταξύ των φιλοσοφιών της Ανατολής και της Δύσης στο αόρατο επίπεδο. Τόνισε ότι η μεταφυσική είναι παγκόσμια ούτε Δυτική ούτε Ανατολική, αλλά οι διαφορές προέκυψαν λόγω της κατανόησης της έννοιας αυτής από της σκοπιά της Ανατολικής ή της Δυτικής κουλτούρας. Τόνισε ότι είναι ουσιώδης η επιστροφή στην πίστη στην ανατολική μεταφυσική μιας και η Δύση είχε χάσει σχεδόν όλες τις πνευματικές της αξίες και αρχές λόγω της ροπής της προς τον επιστημονικό υλισμό.

.

Το 1927, εξέδωσε τα βιβλία του Crisis of the Modern World (Κρίση του Σύγχρονου Κόσμου) και The Reign of Quantity and the Signs of the Times (Η Βασιλεία της Ποσότητας και τα Σημεία των Καιρών), τα οποία έχαιραν μεγάλης αναγνώρισης. Τα επανέκδωσε πολλές φορές με διάφορες μορφές εκτύπωσης, αντανακλώντας την παράδοση και την κουλτούρα.

.

Ο Γκενόν μπορεί να φάνταζε πολύ σκληρός και αντικειμενικός στην ανάλυσή και τη σπουδή του στη Δύση, όμως όσοι καταλαβαίνουν την ευρωπαϊκή νοοτροπία και την αδυναμία της να απαλλαγεί από τα στερεότυπά της για τους Ανατολίτες και τους Μουσουλμάνους, θα παρατηρήσει ότι η γραφή του Γκενόν περικλείει όλες τις φιλοσοφικές απόψεις. Ήταν βαθιά προβληματισμένος με τη Δυτική κουλτούρα, δεν ήθελε να την ισοπεδώσει αλλά να τη σώσει φέρνοντας την πίσω στην Αληθινή Πίστη. Από την οπτική του υπήρχε μόνον ένας τρόπος να επέλθει η ισορροπία σε αυτή την κουλτούρα, που βεβαιότατα είχε τις θετικές της πλευρές, αλλιώς δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει ως τις μέρες μας.

.

Στο Κάιρο…Τελικά
Ο Γκενόν έλαβε μία προσφορά από έναν εκδοτικό οίκο του Παρισιού, να ταξιδέψει στην Αίγυπτο και να μάθει για το Σουφισμό, με σκοπό να εξοικειωθεί με τις πηγές και να κάνει τις μεταφράσεις. Μετακόμισε στο Κάιρο το 1930 για μία αποστολή που υποτίθεται θα κρατούσε τρεις μήνες. Ο εκδοτικό οίκος ακύρωσε το εγχείρημα διότι εκείνος παράτεινε τη διαμονή του για τη δική του έρευνα. Τελικά ο Γκενόν έζησε στο περιβάλλον του Πανεπιστημίου Αλ-Άζχαρ αποκομμένος από την Ευρώπη και τον έξω κόσμο, αφοσιωμένος πλήρως στη μελέτη του.

.

Το 1934 παντρεύτηκε την κόρη του Σεΐχη Μουχάμμεντ Ιμπραήμ, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Ήθελε να εξαπλώσει τη φιλοσοφία των Σούφι σε ολόκληρη την Αίγυπτο. Έτσι έβγαλε το περιοδικό Αλ-Μαρίφα (Κατανόηση) σε συνεργασία με τον Αμπντούλ-Αζίζ Αλ-Ιστανμπούλλι. Το Αλ-Μαρίφα ήταν μία προσέγγιση στο δρόμο του Θεού, όπου ο τελικός και ανώτατος στόχος είναι η αγάπη. Η θεματολογία του περιοδικού εστιαζόταν στην αναζήτηση θρησκευτικής γνώσης. Ο Γκενόν συνέχισε να γράφει βιβλία, άρθρα και επιστολές που επηρέασαν τον πνευματικό κόσμο.

.

Το Τέλος του Ταξιδιού
Ο Ρενέ Γκενόν απεβίωσε το 1951, 64 ετών, στο Κάιρο, αφήνοντας τη γυναίκα του με τέσσερα παιδιά, το τελευταίο μάλιστα ήταν βρέφος. Ο Andre Rosso ο διάσημος συγγραφέας περιέγραψε λεπτομερώς την ταφή του στη Γαλλική εφημερίδα Le Figaro. Η σύζυγός του και τα τρία παιδιά ακολουθούσαν τη νεκρώσιμη πομπή μέχρι που έφτασαν στο τέμενος Αλ-Χουσεΐν, όπου έγινε η νεκρώσιμη προσευχή από την οικογένεια και φίλους. Τάφηκε στον οικογενειακό τάφο της οικογένειας του Σεΐχη Μουχάμμεντ.

.

Πολλές εφημερίδες έκαναν αφιερώματα στον τιμημένο αυτό άνθρωπο, αναφέροντας το έργο του και τον καλό του χαρακτήρα. Ακόμα και η Etude Taditionnelle έκανε αφιέρωμα σε μία ειδική έκδοση στην οποία πολλοί Γάλλοι συγγραφείς επαίνεσαν τα έργα και τις προσπάθειές του.

.

Για Χάρη του Ισλάμ
Ο Γκενόν άφησε πίσω του ορισμένα βιβλία που υπερασπίζονταν το Ισλάμ και διευκρίνιζαν παρεξηγήσεις, όπως ότι το Ισλάμ διαδόθηκε με το Ξίφος. Τα κείμενά του αντιμετώπισαν τους Ανατολιστές και διαλεύκαναν το πνευματικό στοιχείο του Ισλάμ.

.

.

.

.

.

.

Yusuf Islam Πρώην ποπ σταρ

.

Γράφουμε το 1965:

Ένας νέος βγάζει ένα τραγούδι με το όνομα  «I love my dog» και

Γίνεται μέσα σε μια βραδιά ΣΤΑΡ με το όνομα CAT STEVENS” !!!

.

.

Γράφουμε το 1978:

O τραγουδιστής λέει σε όλο τον κόσμο που τον ακούει ότι δεν θα τραγουδίσει ξανά Και δεν θα ξαναβγάλει δίσκο”.

.

13 χρόνια είχαν περάσει μετά από τόσο θρίαμβο και μεγάλη καριέρα αλλά ο Ελληνο-Κυπριακής καταγωγής Στηβ Βρήκε στα 13 αυτά χρόνια τον Θεό, που είχε ξεχάσει!!!

.

Γεννήθηκα σε ένα χριστιανικό σπίτι και από μικρός διδάχτηκα τον Χριστιανισμό και ότι ο Θεός υπάρχει αλλά δεν υπήρχε απευθείας επαφή με τον Θεό και έπρεπε να έρθουμε μαζί του σε επαφή μέσω του Ιησού – κάτι που δεν μπορούσα να το δεχτώ. Κοίταζα τα αγάλματα και τις εικόνες του Ιησού (αλέϊχι σαλάμ), πέτρες και ζωγραφιές χωρίς ζωή και όταν άκουγα ότι ο Θεός είναι Ένας και Τρία, ένιωθα περισσότερο μπερδεμένος και δεν μπορούσα να καταλάβω”  λέει.

.

Στο νοσοκομείο

Ο Στηβ αρρώστησε σοβαρά και έπρεπε να εισαχθεί στο νοσοκομείο. “Ήταν τότε που άρχισα να σκέφτομαι και να κάνω σκέψεις, όπως «Ποιος είμαι»; «Πού πάω»; «Γιατί υπάρχω»; Είμαστε μόνο σώμα χωρίς ψυχή ή υπάρχει και κάτι άλλο;” λέει.

.

Το Κοράνι

Στα 1970 ο Στηβ πήρε στα χέρια του το πρώτο Κοράνι, που του το είχε φέρει ο αδερφός του, μετά από ένα ταξίδι στην Ιερουσαλήμ. “Ο αδερφός μου, μου έφερε ένα Κοράνι από την Ιερουσαλήμ. Δεν είχε γίνει μουσουλμάνος άλλα ένιωσε ότι κάτι υπήρχε σ’ αυτή την θρησκεία που θα έπρεπε να το νιώσω και εγώ” είπε ο Στηβ. Ήταν ενθουσιασμένος και απ’ το πρώτο κεφάλαιο που είχε διαβάσει.  Βρήκε πράγματα και λέξεις εκεί μέσα που ήθελε να πει στον κόσμο με τα τραγούδια του.

.

Όλα αυτά του έδειξαν τι σημασία έχει η ζωή και ότι το Ισλάμ ήταν ο μόνος δρόμος που ήθελε να ακολουθήσει στη ζωή του. “Διαπίστωσα ότι το σώμα και η ψυχή ήταν μαζί, διαπίστωσα ότι για όλα υπάρχει κάποιος σκοπός και ένιωσα να βρίσκω την θεϊκή καθοδήγηση. Διαπίστωσα ότι ήθελα να λατρέψω τον Θεό και δεν χρειαζόταν να απομονωθώ σε κάποιο μοναστήρι για να το κάνω. Διαπίστωσα ότι τα πάντα ανήκουν στον Θεό. Διαπίστωσα ότι οι Εβραίοι αρνήθηκαν τον Ιησού και τη μητέρα του και τους πρόσβαλαν ενώ απ’ την άλλη οι Χριστιανοί θεοποίησαν τον Ιησού και αλλοίωσαν τις Ιερές Γραφές. Διαπίστωσα ότι στο Κοράνι γινόταν λόγος για ελεημοσύνη, προσευχή, καλοσύνη κ.τ.λ. Ακόμα δεν ήμουν αλλά τελικά διαπίστωσα ότι ήθελα να γίνω μουσουλμάνος” είπε.

.

Έτσι κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει τη μουσική (στο Ισλάμ εκτός από τη θρησκευτική μουσική, οποιοδήποτε άλλο είδος μουσικής, απαγορεύεται) και να ακολουθήσει τον δρόμο του Ισλάμ. Επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ και το τζαμί Αλ-Άκσα ενώ επιστρέφοντας στην Αγγλία, γνώρισε άλλους μουσουλμάνους (και ανάμεσα τους πολλούς Άγγλους που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ.  Άλλαξε το όνομα του σε Γιουσούφ Ισλάμ, ασπάστηκε το Ισλάμ και άρχισε να ζει σαν ένας σωστός μουσουλμάνος. Έφτιαξε πολλές οργανώσεις με καλό σκοπό για τους μουσουλμάνους (και όχι μόνο) και έγραψε τραγούδια στο όνομα του Ισλάμ, χωρίς μουσικά όργανα (στο Ισλάμ τα μουσικά όργανα απαγορεύονται).

.

Ο Γιούσουφ λοιπόν έμεινε ο ίδιος άνθρωπος αλλά άλλαξε το νόημα της ζωής του και τώρα προσπαθεί να είναι ένας καλός μουσουλμάνος πιστός. Έχει 5 παιδιά και είναι ευχαριστημένος που η ζωή του πήρε αυτόν τον δρόμο, τον σωστό δρόμο, τον δρόμο του Θεού / ΑΛΛΑΧ και δίνει σε όλους ένα μήνυμα: “Μακάρι ο ΑΛΛΑΧ Σουμπχάνα ουά Ταάλα να μας δώσει την καθοδήγηση να ακολουθήσουμε τον δρόμο Του και τον δρόμο του προφήτη Του Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ)”.

.

.

.

.

.

Tejasat Tejasen

.

Ο καθηγητής Τεζάτατ Τεζάσεν είναι ο προέδρος του τμήματος Ανατομίας στο πανεπιστήμιο «Τσιάνγκ Μάϊ» στην Ταϊλάνδη. Υπήρξε πρύτανης της ιατρικής σχολής στο ίδιο πανεπιστήμιο. Κατά τη διάρκεια του 8ου Σαουδαραβικού συνεδρίου στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας ο καθηγητής Τεζάσεν είπε:

 

..Κατά τα τρία τελευταία χρόνια ασχολήθηκα με το Κοράνι. Από τη μελέτη μου και απ’ όσα έμαθα σ’ αυτό το συνέδριο, πιστεύω ότι όσα καταγράφηκαν στο Κοράνι πριν 14 αιώνες, πρέπει να είναι η αλήθεια, που μπορεί να αποδειχτεί με επιστημονικά μέσα. Εφόσον ο Προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ)  δε μπορούσε να διαβάσει ή να γράψει, ο Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέϊχι ουά σαλάμ)  πρέπει να είναι ένας απεσταλμένος, που μεταβίβασε αυτή την αλήθεια, που του αποκαλύφθηκε ως διαφώτιση από κάποιον, που είναι Δικαιούχος Δημιουργός. Αυτός ο Δημιουργός πρέπει να είναι ο Θεός.

.

Επομένως, νομίζω είναι ώρα να πω Λα ιλάχα ίλλα ΑΛΛΑΧ, δεν υπάρχει θεός εκτός από τον Θεό, Μουχάμμεντ ρασούλ Αλλάχ, ο Μουχάμμεντ  είναι ο απεσταλμένος (Προφήτης) του Θεού. Τέλος, πρέπει να δώσω συγχαρητήρια για την άριστη και πολύ πετυχημένη διευθέτηση αυτού του συνεδρίου . . . . κέρδισα όχι μόνο από την επιστημονική και θρησκευτική σκοπιά, αλλά επίσης και τη μεγάλη ευκαιρία συνάντησης πολλών διάσημων επιστημόνων, και τη δημιουργία νέων φίλων μεταξύ των συμμετεχόντων. Το πιο πολύτιμο που κέρδισα από την έλευσή μου σ’ αυτό το μέρος είναι Λα ιλάχα ίλλα ΑΛΛΑΧ, Μουχάμμεντ ρασούλ Αλλάχ, το ότι έγινα μουσουλμάνος” . 

.

.

.

.

.

Το Ισλάμ κερδίζει έναν άλλον πολέμιο του..

δυστυχώς, πολλοί δεν ξέρουν από το Ισλάμ παρά μόνο την ονομασία του. Αυτό αποδεικνύει πως το κάλεσμα προς το Ισλάμ είναι πολύ αδύναμο, γεγονός που χρειάζεται περισσότερες προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση

Το Ισλάμ επέλεξε τελικά ένας εκ των παραγωγών της βλάσφημης ταινίας κατά της τελευταίας αποκάλυψης, δηλώνοντας πως “η αλλαγή αυτή έρχεται από προσωπική πεποίθηση και εμπεριστατωμένη μελέτη, εφόσον έχει μελετήσει το Κοράνι”.

Ο πρώην βουλευτής του ολλανδικού κόμματος της Ελευθερίας, Arnoud Van Doorn, σχολιάζοντας την κατακραυγή κατά της βλάσφημης ταινίας, είπε: “Ακόμα θυμάμαι με τύψεις εκείνο το κύμα θυμού από τους Μουσουλμάνους απέναντι στο κόμμα, του οποίου ήμουν μέλος, θυμάμαι και τις αντιδράσεις τους για την παραγωγή της ταινίας που βλασφημεί τον προφήτη”.

Τέτοιες αντιδράσεις με βοήθησαν, πιστεύω, στο να απευθύνομαι προς το Ισλάμ και τη μελέτη του Κορανίου με κατανόηση, να ακολουθώ τα βήματα του προφήτη και να έρθω σε επαφή με τους Μουσουλμάνους στην Ολλανδία, έως ότου ασπάστηκα το Ισλάμ και αποφάσισα να επισκεφτώ τους ιερούς τόπους”, πρόσθεσε.

Ο Van Doorn δήλωσε στο δίκτυο Αλ Αραμπία, που το συνόδεψε κατά την διάρκεια της  επίσκεψης του στη Μέκκα, πως “τώρα πια, ζω σε έναν άλλον κόσμο, μέσα στον οποίο βρίσκω την ησυχία μου, εφόσον έχω σχηματίσει ένα άλλο κόμμα και υπέβαλα την παραίτηση μου από το κόμμα της Ελευθερίας, που είναι ακραία εχθρικό προς το Ισλάμ”.

Δεν σας κρύβω: ήμουν ένας από αυτούς. Πριν ασπαστώ το Ισλάμ, νόμιζα πως το Ισλάμ είναι ο εχθρός της ελευθερίας και της ανθρωπότητας, νόμιζα πως είναι μια θρησκεία της βίας και της αδικίας κατά των γυναικών, μια θρησκεία που δεν παράγει μια υγιή κοινωνία. Η δική μου ματιά δεν ήταν λιγότερα εξτρεμιστική από των άλλων μελλών του κόμματος. Αποφάσισα, όμως, να αποκτήσω προσωπικές εμπειρίες από τους Μουσουλμάνους, να μάθω περισσότερα και να που επισκέπτομαι τη Μέκκα ως αποτέλεσμα”, είπε.

Για την εικόνα του Ισλάμ σχολίασε: “δυστυχώς, πολλοί δεν ξέρουν από το Ισλάμ παρά μόνο την ονομασία του. Αυτό αποδεικνύει πως το κάλεσμα προς το Ισλάμ είναι πολύ αδύναμο, γεγονός που χρειάζεται περισσότερες προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση”.

Όσον αφορά τις αραβικές εξεγέρσεις είπε: “κοιτάμε αυτές τις εξεγέρσεις μέσω του πρίσματος του Τύπου, που έχει πολιτικές και κατευθύνσεις που ίσως να μην είναι δίκαιες στην κάλυψη τους και δεν ξέρουμε που πηγαίνουν αυτές οι εξεγέρσεις”.

Η επικρατούσα ανάλυση λέει πως οι ισλαμιστές θα ελέγχουν τις αραβικές κυβερνήσεις. Αυτό ακούμε στην Ευρώπη”, κατάληξε.

.

.

Francisco Codera Zaydin: “τιμή μου να με κατηγορούν ότι ασπάστηκα το Ισλάμ

Το Ισλάμ έρχεται, παρόλα όλα τα εμπόδια, χρειάζεται όμως σωστούς ανθρώπους που παρουσιάζουν τα διδάγματά του πρακτικά με την αγάπη”.

.

Ο Zaydin (1836-1917), φιλόλογος καθηγητής Ελληνικών, Εβραϊκών και Αραβικών στη Γρανάδα και στη Σαραγόσα της Ισπανίας, αγαπούσε πολύ το Ισλάμ και τα αραβικά, μέχρι που αυτοαποκαλέστηκε «σεΐχης Francisco Codera Zaydin».

Έγραψε πολλές μελέτες σχετικές με το Ισλάμ, όπως «Η αναγέννηση της Ισλαμικής λογοτεχνίας», επίσης συμμετέσχε στην αραβική εγκυκλοπαίδεια, καθώς και για τους λογοτέχνες και τους γνώστες του Ισλάμ.  

Λέει για το Ισλάμ: “το Ισλάμ βρίσκεται στο εσωτερικό όλων των ανθρώπων. Ο Θεός έχει δημιουργήσει τον άνθρωπο προετοιμασμένο να δεχτεί το Ισλάμ. Γιατί εάν ο ΑΛΛΑΧ αγαπάει κάποιον, τον καθοδήγει στο Ισλάμ.

Ο ΑΛΛΑΧ με αγάπησε, έτσι με καθοδήγησε στο Ισλάμ. Γνώρισα το Ισλάμ, το μελέτησα βαθιά, με αγάπη μέχρι λατρεία.

Οι κατηγορίες μερικών προς το πρόσωπό μου για Ισλάμ, αποτελούν τιμή για μένα. Στο Ισλάμ βρήκα την ισορροπημένη ζωή. Αυτό ευαγγελίζεται το Κοράνι.

Ώστε ο καθένας να γίνει ένα φωτεινό σημάδι, όπως ήταν ο προφήτης Μουχάμμεντ και παραμένει..

Το Ισλάμ έρχεται, παρόλα όλα τα εμπόδια, χρειάζεται όμως σωστούς ανθρώπους που παρουσιάζουν τα διδάγματά του πρακτικά με την αγάπη”.

.

.

Christiaan Snouck Hurgronje: “η προφητεία του Μουχάμμεντ είναι η συνέχεια της προφητείας του Αβραάμ

.

Όποιος μελετήσει αυτά που ευαγγελίστηκε ο Μουχάμμεντ, θα αντικρίσει πως πρόκειται για την προέκταση του καλέσματος του Αβραάμ”.

Ο Hurgronje Λέει, μετά την επίσκεψη του στη Μέκκα:
Αυτά τα μέρη θα έμεναν άγνωστα και απομακρυσμένα από τον κόσμο εάν δεν τα επέλεγε ο ΑΛΛΑΧ ώστε να είναι η γεννήτρια του τελευταίου αποστόλου και προφήτη Του. Έτσι ο ΑΛΛΑΧ την μετέτρεψε σε κέντρο που όλος ο κόσμος κοιτάει και στο οποίο προσκυνάνε όσοι αγαπούν το Ισλάμ και τον Προφήτη του. Η Μέκκα μετατράπηκε σε διεθνές φάρος.

Όταν επισκέφτηκα τη Μέκκα, στάθηκα μπροστά στο πανάρχαιο οίκο (Κάαμπα), το οποίο έχτισε ο Αβραάμ, εμπνευσμένος από τον Κύριο του, καλώντας ώστε σε αυτό το μέρος να έλκονται οι καρδιές και τα μυαλά των ανθρώπων, να γίνει επισκέψιμο από όλο τον κόσμο και τα εδάφια του να γίνουν τα πιο γόνιμα εδάφια.

Ο Κύριος του ανταποκρίθηκε στο κάλεσμά του (Αβραάμ). Έτσι ειδοποίησε τον κόσμο και  μεταγενέστερα, έστειλε με το κάλεσμα του Ισλάμ, έναν απόγονο του Αβραάμ, τον προφήτη Μουχάμμεντ.

Το κάλεσμα του Αβραάμ θα βρει κάποια μέρα το δρόμο του προς τον κόσμο, γιατί αυτό το κάλεσμα είναι το Ισλάμ που διέδωσε ο προφήτης του ΑΛΛΑΧ, Μουχάμμεντ.

Δεν ξέρω με ποιο τρόπο ο κόσμος θα αγκαλιάζει αυτό το πανάρχαιο οίκο, πιστεύοντας στο Ισλάμ. Θα γίνει οπωσδήποτε ένα θαύμα τότε.

Όποιος μελετήσει αυτά που ευαγγελίστηκε ο Μουχάμμεντ, θα αντικρίσει πως πρόκειται για τη συνέχεια του καλέσματος του Αβραάμ. Κι όποιος μελετήσει το Κοράνι, αντικρίζει πως είναι η βίβλος ολόκληρου του κόσμου και όχι μιας συγκεκριμένης ομάδας”. 

.

.

.

.

Ο πολέμιος των μιναρέδων ασπάστηκε το Ισλάμ

Ο Στρίτς κατέκρινε την ανάπτυξη της αντιπάθειας κατά του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων στην Ελβετία, θεωρώντας πως η χώρα του έχει ανάγκη από περισσότερα τζαμιά και περισσότερους μιναρέδες

Μετά την εκστρατεία του λαϊκού κόμματος της Ελβετίας για την απαγόρευση των μιναρέδων στη χώρα, ένα στέλεχος του κόμματος ασπάστηκε το Ισλάμ προκαλώντας μεγάλη έκπληξη στους πάντες.

Ο πολιτικός κόσμος έμεινε με το στόμα ανοικτό καθώς ο γνωστός πολιτικός Nτανιέλ Στρίτς, ένας από τους ανθρώπους - μπροστάρηδες της εκστρατείας για την απαγόρευση των μιναρέδων στη χώρα, ανακοίνωσε στα ΜΜΕ ότι ασπάστηκε το Ισλάμ, προσθέτοντας πως ο ίδιος βιώνει μια ριζική αλλαγή αφού γνώρισε το Ισλάμ και τις αξίες του.

Το ηγετικό στέλεχος είπε πως λόγω της εκστρατείας στην οποία συμμετείχε εναντίον του Ισλάμ, αναγκάστηκε να μελετήσει πολύ για αυτήν τη θρησκεία και έμεινε έκπληκτος  με πράγματα που δεν του πέρασαν ούτε στο μυαλό του. «βρήκα πολλές απαντήσεις σε αναπάντητες απορίες που είχα στο μυαλό μου εδώ και χρόνια», πρόσθεσε.

Ο Στρίτς κατέκρινε την ανάπτυξη της αντιπάθειας κατά του Ισλάμ και των Μουσουλμάνων στην Ελβετία, θεωρώντας πως η χώρα του έχει ανάγκη από περισσότερα τζαμιά και περισσότερους μιναρέδες ώστε να αγκαλιάσει τους Μουσουλμάνους της.   

Το πολίτευμα που δηλώνει αμερόληπτο απέναντι στις θρησκείες δεν είναι αναγκασμένο να απαγορεύσει τις τελετουργίες των Μουσουλμάνων, διευκρίνισε.

Ο Στρίτς δηλώνει πως « βρίσκω τον εαυτό μου αναγκασμένο να γράψω πολλά άρθρα και να κάνω πολλές διαλέξεις ώστε να διευκρινίσω τη σπουδαιότητα των τζαμιών στην Ελβετία και να ρίξω άπλετο φως στην επικινδυνότητα της απαγόρευσης των μιναρέδων».

Λόγω της καινούργιας του στάσης, ο Στρίτς υπέβαλε την παραίτηση του από το λαϊκό κόμμα.

.

.

.

William Burchell Bashir Pickard, ποιητής και μυθιστοριογράφος – Ηνωμένο Βασίλειο

.

Είχα γεννηθεί στο Ισλάμ, ήταν μόνο πριν μερικά χρόνια που το συνειδητοποίησα.

Στο σχολείο και στο Κολλέγιο αργότερα, απασχολιόμουν εντόνως με πράγματα της στιγμής. Δεν θεωρώ την ‘καριέρα’ μου εκείνων των ημερών ως λαμπρή αλλά ήταν προοδευτική σίγουρα. Ανάμεσα σε Χριστιανικό περιβάλλον έμαθα την καλή ζωή και η ιδέα του Θεού, της λατρείας και της καλοσύνης, μου ήταν ευχάριστη. Αν λάτρευα κάτι, αυτό ήταν η ικανότητα και το κουράγιο.

Τελειώνοντας απ’ το Πανεμπιστήμιο του Κέμπριτζ, πήγα στην κεντρική Αφρική, έχοντας διοριστεί στη διοίκηση του προτεκτοράτου (τότε) της Ουγκάντας. Εκεί είχα μια ενδιαφέρουσα και ευχάριστη διαμονή, πέρα από ό,τι είχα σκεφτεί όσο ήμουν στην Αγγλία και έτυχε από της καταστάσεις να ζήσω ανάμεσα στους νέγρους, οι οποίοι μπορώ να πω με έλκυσαν εξαιτίας από την απλή τους εμφάνιση και την απλότητα της καθημερινής ζωής τους. Η Ανατολή πάντοτε με ήλκυε. Στο Κέμπριτζ διάβασα τις ‘Αραβικές Νύχτες’. Μόνος στην Αφρική διάβασα τις ‘Αραβικές Νύχτες’ και η ‘άγρια’ περιπλάνηση μου στην Ουγκάντα, δεν μου έκανε την Ανατολή λιγότερο αγαπητή.

Τότε, η ήρεμη ζωή μου χάλασε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επέστρεψα άρον-άρον στην Ευρώπη. Η υγεία μου κλονίστηκε. Αφού έγινα καλά, υπέβαλα μια αίτηση για μια αποστολή με τον στρατό αλλά για λόγους υγείας απορρίφθηκε. Τότε, δεν έχασα χρόνο και μπήκα στη λίστα του ‘Yeomanry’, καταφέρνοντας να περάσω τις εξετάσεις των γιατρών και προς ανακούφιση μου φόρεσα τελικά τη στολή ως στρατιώτης. Υπηρετόντας στη Γαλλία στο Ανατολικό μέτωπο, πήρα μέρος στη μάχη του Σομμ το 1917, όπου τραυματίστηκα και αιχμαλωτίστηκα. Ταξίδεψα μέσω Βελγίου ως τη Γερμανία, όπου και νοσηλεύτηκα. Εκεί, είδα πολλά από τα βάσανα της ανθρωπότητας, ειδικά Ρώσους που υπέφεραν από δυσεντερία (κ.α.).

Έφτασα στα πρόθυρα του θανάτου. Το τραύμα μου (το δεξί μου μπράτσο) δεν επουλώθηκε γρήγορα και ήμουν άχρηστος στους Γερμανούς. Έτσι, με έστειλαν στην Ελβετία για θεραπεία.

Θυμάμαι πόσο γλυκιά ήταν η σκέψη του Κορανίου σε ‘μένα, ακόμα και εκείνες τις ημέρες. Στη Γερμανία, είχα γράψει στην πατρίδα για να μου στείλουν ένα αντίγραφο του Κορανίου. Μετά από χρόνια έμαθα ότι μου το στείλανε αλλά ποτέ δεν μου έφτασε. Στην Ελβετία λοιπόν, μετά από την εγχείριση, ανάρρωσα. Μπορούσα να βγω έξω. Αγόρασα έτσι μία Γαλλική μετάφραση του Κορανίου (σήμερα ένα από τα πιο αγαπημένα μου αποκτήματα). Μέσα σε αυτό, γεύτηκα μία διαφορετική ‘γεύση’. Ήταν σαν μια αχτίδα αιώνιας αλήθειας να είχε κατέβει ευλογημένα πάνω μου…. Το δέσιμο μου με το Κοράνι αποδεικνύεται περισσότερο όταν λέω ότι μία από τις πιο ζωντανές αναμνήσεις που έχω από τις ‘Αραβικές Νύχτες’ είναι η σκηνή όπου ο νεαρός βρέθηκε ζωντανός μόνος του στη νεκρή πόλη, να διαβάζει το Κοράνι, μη έχοντας συναίσθηση του περιβάλλοντος του.

Εκείνες τις ημέρες στην Ελβετία, παραδόθηκα ειλικρινά στον ΑΛΛΑΧ. Όταν δόθηκε και μετά ανακωχή, επέστρεψα στο Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1918 και 2-3 χρόνια αργότερα, ακολούθησα μαθήματα λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Ένα από τα θέματα που διάλεξα ήταν τα Αραβικά’ ομιλίες που παρακολούθησα στο King’s College. Εκεί ήταν που μία μέρα ο καθηγητής μου (από το Ιράκ) των Αραβικών ανέφερε το Κοράνι. “Είτε το πιστεύετε αυτό είτε όχι” είπε “θα το βρείτε ως το πιο ενδιαφέρον βιβλίο και άξιο για μελέτη”. “Ωωωω, μα πιστεύω σ’ αυτό” είπα. Αυτό εξέπληξε τον καθηγητή μου ο οποίος ύστερα από μια μικρή συζήτηση, με προσκάλεσε στο τζαμί στο Notting Hill Gate. Μετά από αυτό, πήγαινα πλέον εκτενέστερα στο τζαμί και έμαθα πλέον τις πρακτικές του Ισλάμ, μέχρι που το 1922 στην πρωτοχρονιά ασπάστηκα το Ισλάμ και επισήμως.

Αυτό είναι περισσότερο από 1/4 του αιώνα πριν. Από τότε ζω πλέον τη ζωή μου σαν μουσουλμάνος στη θεωρία και στην πράξη, προσπαθόντας όσαο μπορώ. Η δύναμη και η χάρη και το έλεος του Θεού είναι αμέτρητα. Τα ‘χωράφια’ της γνώσης ανοίγονται μπροστά μας, κατά μήκος του ορίζοντα. Στο ‘προσκύνημα’ μας διά μέσου της ζωής, νοιώθω ότι το μόνο ‘ρούχο’ που μπορούμε να φορέσουμε είναι η υποταγή και η παράδοση (του εγώ μας) και στο κεφάλι μας το κάλυμα της ευχαριστίας (προς τον ΑΛΛΑΧ) και στις καρδιές μας η αγάπη για τον Ένα και Μοναδικό Ύψιστο (ΑΛΛΑΧ).

Αλ-Χάμντου λιλλάχι Ραμπ ιλ-αλεμίν (Η Δόξα ανήκει στον ΑΛΛΑΧ, τον Κύριο των Κόσμων).

.

.

.

Dr. Murad Wilfried Hofmann – Διπλωμάτης

Murad HofmannΞεκίνησα να βλέπω το Ισλάμ με τα δικά μου μάτια, ως την απαράλλαχτη και πρωταρχική πίστη στον Ένα και Μοναδικό, στον Αληθινό Θεό, ο Οποίος δεν γέννησε, δεν γεννήθηκε και τον Οποίο δεν ομοιάζει κανένας και τίποτα…Στη θέση της θεότητας εκείνης ενός ‘φυλετικού Θεού’ και στην κατασκευή μιας ‘Τριάδας’, το Κοράνι μου έδειξε την πιο σαφή, την πιο ευθύα -ιστορικά την πιο ανώτερη- και λιγότερο ανθρωπομορφική αντίληψη του Θεού. Οι οντολογικές αναφορές του Κορανίου όπως και οι ηθικές του διδασκαλίες, με εντυποσίασαν ως τόσο κυριολεκτικά αληθείς, ‘τόσο καλές όσο το χρυσάφι’, ώστε δεν υπήρχε χώρος για την παραμικρή έστω αμφιβολία την προφητικής αποστολής του Μουχάμμεντ. Οι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη φύση, δεν αποτυγχάνουν να πλησιάσουν απόλυτη σοφία του ‘κάνε και μην το κάνεις’ αποκεκαλυμένη από τον Θεό στους ανθρώπους μέσα στο Κοράνι”.

Ο Dr. Hofmann, που ασπάστηκε το Ισλάμ το 1980, γεννήθηκε στη Γερμανία το 1931 και ανατράφηκε ως Ρωμαιο-Καθολικός. Απεφοίτησε απ’ το Union College της Νέας Υόρκης και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, απ’ όπου έλαβε διδακτορικό στη Νομική το 1957. Έγινε βοηθός έρευνας για τη μεταρρύθμιση της ομοσπονδιακής πολιτικής διαδικασίας και το 1960 έλαβε ανώτερο πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ. Ήταν Διευθυντής Πληροφοριών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες από το 1983 μέχρι το 1987. Στάλθηκε σαν πρέσβης της Γερμανίας στην Αλγερία το 1987 και τότε στο Μαρόκκο το 1990 όπου και παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Έκανε την Ούμρα (απλή επίσκεψη/προσκύνημα) στη Μέκκα το 1982 και το Χατζ (Προσκύνημα) το 1992.

Διάφορες εμπειρίες οδήγησαν τον Dr. Hofmann στο Ισλάμ. Η πρώτη ήταν το 1961 όταν εστάλη στην Αλγερία στη Γερμανική πρεσβεία ως ακόλουθος και βρέθηκε ανάμεσα στα πυρά των Γάλλων αποικιοκρατών και του Αλγερινού Εθνικού Μετώπου το οποίο πολεμούσε για ανεξαρτησία. Εκεί είδε με τα ίδια του τα μάτια την αγριότητα απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό και τη σφαγή που υπέφεραν. Κάθε μέρα σκοτώνονταν μια ντουζίνα ανθρώπων… “Παρατήρησα την υπομονή και την αξιοπρέπεια του Αλγερινού λαού μέσα από όσα πραγματικά υπέφεραν, την εξαντλητική τους πειθαρχία κατά το Ραμαδάν, τη βεβαιότητα τους στη νίκη όπως και της ανθρωπιάς τους παρά τη μιζέρια”. Ένοιωσε ότι ήταν η θρησκεία τους που τους έκανε έτσι και ξεκίνησε να διαβάζει τα θρησκευτικά τους βιβλία – το Κοράνι. “Δεν σατμάτησα ποτέ να το διαβάζω, κάθε ημέρα”.

Η Ισλαμική Τέχνη αφορούσε τη δεύτερη εμπειρία για τον Dr. Hofmann στο ταξίδι του προς το Ισλάμ. Από τη νεαρή του ηλικία του άρεσε η τέχνη και η ομορφιά.. Όλα αυτά υπερκεράστηκαν όταν γνώρισε την Ισλαμική τέχνη η οποία του άσκησε μία ανεξήγητη έλξη. Αναφερόμενος στην Ισλαμική Τέχνη λέει:

Το μυστικό της μοιάζει να διαχέεται στο οικείο και διεθνές παρόν του Ισλάμ ως θρησκεία, σε όλες τις ‘καλλιτεχνικές’ του εκδηλώσεις: Καλλιγραφεία, στα Αραβουργήματα και τη διακόσμηση, στα χαλιά, στην αρχιτεκτονική των σπιτιών και των τζαμιών όπως και στον αστικό σχεδιασμό. Σκέφτομαι τη λάμψη των τζαμιών η οποία διώχνει κάθε μυστικισμό, σκέφτομαι το πνεύμα της αρχιτεκτονικής τους διαρρύθμισης.. Σκέφτομαι ακόμα την ενδοσκοπική αξία των μουσουλμανικών ‘παλατιών’ που ομοιάζουν με τον Παράδεισο μέσα σε κήπους γεμάτους σκιά, σιντριβάνια και ρυάκια. Σκέφτομαι επίσης την περίπλοκη κοινωνικά λειτουργική κατασκευή των κέντρων των παλιών Ισλαμικών πόλεων η οποία (κατασκευή) καλλιεργεί το πνεύμα της κοινωνίας και τη διαφάνεια της αγοράς, μετριάζει τη ζέστη και τον άνεμο και εξασφαλίζει την ολοκλήρωση με το τζαμί και το παρακείμενο πτωχοκομείο, με τα σχολεία και τα οικοτροφεία στην αγορά και στις γειτονιές. Ό,τι έζησα ως εμπειρία, είναι τόσο χαρούμενα και ευλογημένα Ισλαμικό σε τόσα διάφορα μέρη.. είναι αυτή η απτή επίδραση με την Ισλαμική αρμονία, τον Ισλαμικό τρόπο ζωής και την Ισλαμική ‘θεραπεία’ του κενού στην καρδιά και στο μυαλό

Ίσως πολύ περισσότερο από όλα αυτά αυτό που του έκανε σημαντική επίδραση στην αναζήτηση του για την αλήθεια, ήταν η βαθειά γνώση του της Χριστιανικής ιστορίας και των δογμάτων του Χριστιανισμού. Διαπίστωσε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά σε ότι ένας πιστός Χριστιανός πιστεύει και σε ότι ένας καθηγητής ιστορίας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο. Ήταν ιδιαίτερα σκεπτικός όσον αφορά τον ασπασμό από την Εκκλησία των δογμάτων του Παύλου πάνω από τις αλήθειες του ιστορικού Ιησού. “Αυτός που ποτέ δεν συνάντησε τον Ιησού, με την ακραία του ‘Χριστολογία’ αντικατέστησε την αυθεντική Ιουδαιο-Χριστιανική οπτική του Ιησού”. Έβρισκε ιδιαίτερα δύσκολο να αποδεχτεί ότι η ανθρωπότητα γενιέται με το ‘προπατορικό αμάρτημα και ότι ο Θεός πρέπει να αφήσει τον ίδιο Του τον ‘γιο’ να βασανιστεί και να δολοφονηθεί στον σταυρό για να σώσει τα ίδια Του τα δημιουργήματα. “Συνειδητοποίησα πόσο τερατώδες, πόσο βλάσφημο ήταν το να φανταστείς ότι ο Θεός θα μπορούσε να πέσει και να αφομοιωθεί σαν κατώτερος από τη δημιουργία Του’ ότι θα ήταν ανίκανος να μπορεί να κάνει οτιδήποτε σχετικά με την ‘ασθένεια’ που υποτίθεται ότι προκλήθηκε από τον Αδάμ και την Εύα χωρίς να έχει έναν ‘γιο’, ότι ο Θεός θα έπρεπε να ‘υποφέρει’ για την ανθρωπότητα, για τη δημιουργία Του”.

Πήγε πίσω, στην πολύ βασική ερώτηση της ύπαρξης του Θεού. Ύστεαρα από ανάλυση έργων φιλοσόφων όπως οι Wittgenstein, Pascal, Swinburn, και Kant, κατέληξε στο διανοητικό συμπέρασμα της ύπαρξης του Θεού. Το επόμενο ερώτημα με το οποίο ήρθε αντιμέτωπος, ήταν το πως ο Θεός έρχεται σε επαφή με τους ανθρώπους, έτσι ώστε αυτοί να καθοδηγηθούν. Αυτό τον έκανε να καταλάβει ότι οι άνθρωποι είχαν την ανάγκη για αποκαλύψεις. Αλλά ποιος εμπεριέχει την αλήθεια; Οι Ιουδαιο-Χριστιανικές Γραφές ή το Ισλάμ;

Βρήκε την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα όταν διάβασε το ακόλουθο εδάφιο του Κορανίου:

Ότι δηλαδή κανένας δεν μπορεί να φορτωθεί το φορτίο ενός άλλου” (Κοράνι, 53:38).

Αυτό το εδάφιο του άνοιξε τα μάτια και του παρείχε την απάντηση στο δίλημμα του. Ξεκάθαρα και χωρίς αμφιβολία απέρριψε τις ιδέες της εξιλέωσης από το ‘προπατορικό’ αμάρτημα και την προσδοκία της διαμεσολάβησης των Αγίων. “Ο μουσουλμάνος ζει σε έναν κόσμο χωρίς κληρικούς και χωρίς θρησκευτική ιεραρχία’ όταν προσεύχεται, δεν προσεύχεται μέσω του Ιησού, της Μαρίας ή άλλων μεσολαβούντων Αγίων αλλά απευθείας στον Θεό σαν ένας πλήρως χειραφετημένος πιστός και αυτή (το Ισλάμ) είναι μια θρησκεία απαλλαγμένη από μυστήρια”. Σύμφωνα με τον Hofmann, “Ο μουσουλμάνος είναι ο χειραφετημένος πιστός που ψάχνει την τελειότητα”.

Για τα 18α γενέθλια του γιου του το 1980, ετοίμασε ένα δωδεκασέλιδο έγγραφο κείμενο που εμπεριείχε τις σκέψεις που θεωρούσε χωρίς καμία αμφιβολία αληθινές από φιλοσοφική άποψη. Ζήτησε από έναν μουσουλμάνο ιμάμη από την Κολωνία, τον Μουχάμμεντ Άχμεντ Ρασσούλ, να ρίξει μια ματιά στο έργο αυτό. Ύστερα αφού το έλεγξε ο ιμάμης, είπε ότι αν ο κύριος Hofmann πίστευε σε ό,τι έγραψε, τότε ήταν μουσουλμάνος! Αυτό πλέον έγινε πραγματικότητα όταν ύστερα από μερικές ημέρες ο Dr. Hofmann δήλωσε: “Μαρτυρώ ότι δεν υπάρχει άλλη Θεότητα (άξια λατρείας) εκτός από τον Θεό και μαρτυρώ ότι ο Μουχάμμεντ είναι ο απεσταλμένος του Θεού”. Αυτό ήταν στις 25 Σεπτεμβρίου του 1980.

Ο Dr. Hofmann συνέχισε την καριέρα του ως Γερμανός Διπλωμάτης και υπάλληλος του ΝΑΤΟ για 15 χρόνια ακόμα, μετά που ασπάστηκε το Ισλάμ. “Δε συνάντησα καμία αρνητική συμπεριφορά στην επαγγελματική μου ζωή”. Το 1984, τρισύμισυ χρόνια μετά τη μεταστροφή του, ο τότε Γερμανός Πρόεδρος της Δημοκρατίας του απένειμε το Παράσημο της Αξίας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η Γερμανική Κυβέρνηση μοίρασε το βιβλίο του “Το Ημερολόγιο ενός Γερμανού Μουσουλμάνου” σε όλες τις Γρμανικές Διπλωματικές Αποστολές στις μουσουλμανικές χώρες, σαν ένα αναλυτικό εργαλείο. Τα καθήκοντα του στη δουλειά του, δεν τον εμπόδισαν να ζήσει τη θρησκεία του. Κάποτε πολύ φίλος του κόκκινου κρασιού, τώρα αρνιόταν πλέον ευγενικά όταν του προσφέρανε να πιει αλκοόλ. Σαν Υπεύθυνος Μετανάστευσης για τους Ξένους, είχε την ευθύνει να φροντίσει και για το φαγητό των ξένων καλεσμένων. Συμμετείχε σε αυτά τα γεύματα έχοντας μπροστά του άδειο πιάτο κατά τη διάρκεια του Ραμαδάν. Το 1995, παραιτήθηκε οικιοθελώς για να αφοσιωθεί πιο ενεργά στην εξυπηρέτηση του Ισλάμ.

Συζητώντας τις άσχημες συνέπειες του αλκοόλ στην προσωπική αλλά και στην κοινωνική ζωή, ο Dr. Hofmann ανέφερε ένα γεγονός που είχε συμβεί στον ίδιο προσωπικά εξαιτίας του αλκοόλ. Κατά τα ‘Κολλεγιακά’ του χρόνια στη Νέα Υόρκη το 1951, ταξίδευε απ’ την Ατλάντα προς το Μισσισσιππί. Όταν ήταν στο Χόλι Σπρινγκ στο Μισσισσιππί, ξαφνικά ένα μηχανάκι οδηγούμενο από κάποιον μεθυσμένο, πετάχτηκε ξαφνικά μπροστά στο αυτοκίνητο του. Έγινε σύγκρουση όπου ο Dr. Hofmann χτύπησε’ έσπασαν 19 από τα δόντια του και παραμορφόθηκε λίγο το πρόσωπο του. Μετά από εγχείριση στο πρόσωπο του, ο γιατρός είπε: “Σε κανονικές συνθήκες κανένας δεν επιζεί από ένα ατύχημα σαν αυτό. Σίγουρα φίλε μου ο Θεός σου ετοιμάζει κάτι σπέσιαλ!”. Αφού λοιπόν βγήκε απ’ το νοσοκομείο, ο Dr. Hofmann επέστρεψε στο Χόλι Σπρινγκς με το χέρι του σε γύψο, ένα χτυπημένο γόνατο και ένα τραυματισμένο, ‘ξαναφτιαγμένο’ και ‘συναρμολογημένο’ πρόσωπο, σκεφτόμενος τι μπορεί να σημαίνει αυτό που του είχε πει ο γιατρός.

Τελικά έμαθε τί ήταν αυτό που είχε σκετεί ο γιατρός κάποια στιγμή αλλά πολύ αργότερα. “Τελικά, 30 χρόνια αργότερα, την ημέρα εκείνη που ασπάστηκα επισήμως το Ισλάμ, το αληθινό μήνυμα της θεραπείας και της επιβίωσης μου, μου έγινε πλέον ξεκάθαρο”.
.

Βιβλιογραφία:

Dr. Murad Hofmann, “Journey to Makkah”, Beltsville, 1998
Dr. Murad Hofmann, “Islam: The Alternative”, Beltsville, 1999

.

.

.

Leopold Weiss (1900-1992)

Δεν ήταν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που με τράβηξε προς το Ισλάμ αλλά ολόκληρο το υπέροχο και ανεξήγητα καθαρό σύνολο του πρακτικού κώδικα ζωής και των ηθικών διδαχών του. Δεν θα μπορούσα να πω -ακόμα και τώρα- ποιο κομμάτι του με τραβάει περισσότρο από κάποιο άλλο. Το Ισλάμ μου φαίνεται σαν ένα τέλειο δείγμα αρχιτεκτονικής. Όλα τα κομμάτια του είναι αρμονικά δεμένα μεταξύ τους και συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Τίποτα δεν υπερβάλει και τίποτα δεν του λείπει, με αποτέλεσμα μια φυσική ισσοροπία και απόλυτη ηρεμία”.

Ο Leopold Weiss, ο οποίος αργότερα έγινε διάσημος στον Ισλαμικό Κόσμο ως Μουχάμμεντ Άσαντ, γεννήθηκε σε μια Εβραϊκή οικογένεια το 1900 σε μια περιοχή που σήμερα είναι μέρος της Ουκρανίας (τότε Αυστρουγγαρία). Ήταν ο εγγονός ενός Εβραίου Ραββίνου. Ο πατέρας του, παρ’ όλα αυτά, δεν ενδιαφερότανε τόσο για μια σταδιοδρομία στη θρησκεία και έγινε δικηγόρος. Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο ο Leopold πήγε στην Ιερουσαλήμ, όπου άρχισε τη σταδιοδρομία του ως δημοσιογράφος, δουλεύοντας ως ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή, για Γερμανικές και Ελβετικές εφημερίδες. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ήρθε σε επαφή με τους Άραβες τους οποίους συμπαθούσε και τον ενδιέφερε πολύ ο τρόπος ζωής τους. Αυτό τον έκανε να εμβαθύνει περισσότερο στη μελέτη του σχετικά με τους μουσουλμάνους και τις θρησκευτικές τους διδασκαλίες. Όσο περισσότερο διάβαζε για το Ισλάμ, τόσο περισσότερο συνειδητοποίησε πόσο συγκριμένες και πόσο πρακτικές ήταν οι Ισλαμικές διδαχές και πως οι μουσουλμάνοι τις είχαν εγκαταλείψει. Αυτό το ερώτημα, το γιατί οι μουσουλμάνοι είχαν εγκαταλείψει τα θρησκευτικά τους διδάγματα, είχε υπερκαλύψει όλη τη διανοητική του αναζήτηση στο Ισλάμ και παρόλο που δεν ήταν (ακόμα) μουσουλμάνος στα είκοσι του χρόνια, ένοιωσε σαν να έπρεπε να υπερασπιστεί το Ισλάμ από την αμέλεια και τη νωθρότητα των μουσουλμάνων.

Η Πραγματική Θεότητα της Ευρώπης ήταν η καλοπέραση

Οι αρχές του 20ου αιώνα έδειξαν την ύπαρξη ενός ταιράστιου πνευματικού κενού… Όλα φαινόντουσαν να κυλάνε σαν μία ακανόνιστη πλημμύρα και η πνευματική και ηθική ένδοια της νεολαίας δεν θα μπορούσε πουθενά να βρει ένα πάτημα. Στην απουσία οποιουδήποτε ιδανικού και ηθικής, κανένας δεν μπορούσε να δώσει σε μας τους νέους ανθρώπους βασικές απαντήσεις στα τόσα ερωτήματα που μας απασχολούσαν… Ο Κόσμος στον οποίο ζούσα -και ο περισσότερος- δεν στηριζόταν γερά εξαιτίας της απουσίας οποιασδήποτε κατανόησης των ανθρώπων του τι είναι καλό και τι κακό πνευματικά αλλά σαν συνέπεια κοινωνικά και οικονομικά. Δεν πίστευα ότι ο άνθρωπος ανεξάρτητα χρειαζότανε σωτηρία αλλά πίστευα ότι η μοντέρνα κοινωνία είχε ανάγκη σωτηρίας”.

Όπως ήταν η οικογενειακή παράδοση, ο Leopold έμαθε την εβραϊκή ιστορία και τη θρησκεία, μέσω ιδιωτικής διδασκαλίας στο σπίτι. Στην ηλικία των δεκατριών, μπορούσε άνετα να μιλήσει και να γράψει εβραϊκά, είχε μελετήσει την Παλαιά Διαθήκη και τους σχολιασμούς του Ταλμούδ. Παρόλο που δεν διαφωνούσε με τα βασικά ηθικά διδάγματα της Ιουδαϊκής θρησκείας, είχε μία έντονη αντίθεση με την ιδέα του Θεού, έτσι όπως εμφανιζόταν στην Παλαιά Διαθήκη. “Μου φαινόταν σαν αυτός ο Θεός να ήταν άμεσα συνδεδεμένος με τη διαδρομή ενός συγεκριμένου έθνους’ τους Εβραίους. Όλο το οικοδόμημα της Παλαιάς Διαθήκης ως η ιστορία των απογόνων του Αβραάμ, έτεινε να δείξει τον Θεό όχι ως τον Δημιουργό και τον Συντηρητή ολόκληρης της ανθρωπότητας αλλά περισσότερο σαν μία φυλεική θεότητα που θα υπέτασσε όλη τη δημιουργία στις απαιτήσεις ενός ‘εκλεκτού’ λαού: επιβραβεύοντας τους με μία κατάκτηση αν ήταν εντάξει και κάνοντας τους να υποφέρουν κάθε φορά που απομακρίνονταν από το προδιαγεγραμμένο γι’ αυτούς μονοπάτι”.

Έτσι η παράδοση της οικογένειας του για Ιουδαϊκή μόρφωση σε νεαρή ηλικία, απέτυχε στον βασικό της σκοπό. Παρ’ όλα αυτά, αυτή η αποτυχία δεν τον άφησε να ψάξει την αλήθεια σε άλλες θρησκείες. Απλά η θρησκεία δεν του έκανε πλέον καμία αίσθηση. “Υπό την επίδραση ενός αγνοστικιστικού περιβάλλοντος, οδηγήθηκα όπως και οι περισσότεροι νέοι τς εποχής μου, σε μία χωρίς λόγο απόρριψη όλων των θρησκειών… Αυτό που ήθελα, να είμαι καλός με τον εαυτό μου, δεν ήταν κάτι δικό μου. Ήταν ένα χαρακτηριστικό μιας ολόκληρης γενιάς”.

Παρόλο που ήταν μόλις 20 χρόνων, η αντίληψη του δεν απέτυχε να παρατηρήσει την πραγματική κατάσταση της μεταπολεμικής Ευρώπης:

Η πραγματική της Θεότητα δεν ήταν πλέον κάποιου πνευματικού είδους’ ήταν η άνεση … Ο μέσος Ευρωπαίος -Δημοκράτης ή Κομμουνιστής, εργάτης ή διανοητής- έδειχνε να γνωρίζει μόνο μία πίστη: τη ‘λατρεία’ των υλικών αγαθών, την πίστη ότι δεν υπήρχε κάτι άλλο στη ζωή παρά μόνο το πως θα κάνουμε τη ζωή αυτή όλο και πιο εύκολη ή -όπως λέει μια έκφραση- ‘ανεξάρτητη από τη φύση μας’. Οι ναοί αυτής της πίστης ήταν τα γιγάντια εργοστάσια, τα σινεμά, τα χημικά εργαστήρια, οι αίθουσες χωρού, οι υδρο-ηλεκτρικοί σταθμοί και οι ιερείς της ήταν οι τραπεζίτες, οι μηχανικοί, οι πολιτικοί, οι γνωστοί σταρ του θεάματος, οι βιομήχανοι κ.α. Η ηθική κατάπτωση ήταν εμφανής στην αντίληψη όλων για το τι είναι καλό και κακό και την υποταγή όλης της κοινωνίας σε κάποια σκοπιμότητα – αυτή ήταν που χαρακτήριζε τις γυναίκες στους δρόμους κάνοντας τες π.χ. να θέλουν να δώσουν τον εαυτό τους σε οποιονδήποτε όποτεδήποτε … Η δύναμη και η ευχαρίστηση είχαν διασπάσει τη Δυτική κοινωνία σε κομμάτια και ομάδες, έτοιμα να κατασπαράξει το ένα το άλλο προς χάριν των συμφερόντων τους. Αλλά και από ηθική και πνευματική άποψη, το αποτέλεσμα ήταν η ‘δημιουργία’ ενός τύπου ανθρώπων που η ηθική τους φαινόταν να βασίζεται μόνο σε υλικά πράγματα και που το κυριότερο τους κριτήριο για τη διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό ήταν η συσώρρευση υλικών αγαθών και τίποτα άλλο.

Είδα πόσο δυστυχής και μπερδεμένη είχε γίνει η ζωή μας, πόσο λίγη ήταν η πραγματική επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους παρά την πρόοδο και την τάση -σχεδόν υστερικά- προς την ιδέα της κοινότητας και του έθνους και πόσο φτωχά και ‘στενά’ είχαν γίνει τα μυαλά μας. Έβλεπα όλα αυτά, αλλά δεν ξέρω πως, ποτέ δεν μου πέρασε σοβαρά απ’ το μυαλό -όπως και σε κανέναν απ’ τους γύρω μου ποτέ δεν του πέρασε απ’ το μυαλό- ότι απάντηση ή απαντήσεις σε όλα αυτά ίσως υπήρχαν σε άλλους πολιτισμούς και ‘κουλτούρες’ εκτός της Ευρώπης. Η Ευρώπη ήταν η αρχή και το τέλος όλης μας της σκέψης”.

Παρ’ όλα αυτά ο Leopold δεν ήταν κατά της υλικής ανάπτυξης και προόδου. Αλλά είναι η τεχνολογία και ο υλισμός το τέλος των πάντων; “Όλη αυτή η υλική ανάπτυξη δεν είναι ότι μου φαινόταν ότι δεν είχε σημασία: από την άλλη, συνέχισα να τη θεωρώ καλή και σημαντική αλλά την ίδια στιγμή ήμουν σίγουρος ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να πετύχει την αύξηση της ανθρώπινης ευτυχίας εκτός αν συνοδευόταν από έναν αναπροσανατολισμό της πνευματικής μας υπόστασης και ένα καινούριο σύστημα ηθικών αξιών”.

Ήταν μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις και ανησυχίες που είχε στην νεαρή του αυτή ηλικία. “Σίγουρα, δεν ήμουν δυστυχισμένος – απλώς βαθιά σκεπτόμενος, απογοητευμένος, δεν ήξερα πιο ήταν το νόημα που υπήρχα .. η τάση μου να καταλαβαίνω και να αντιλαμβάνομαι τις σκέψεις και τις ελπίδες της κοινωνίας γύρω μου -οικονομικές, πολιτικές και συναισθηματικές- με έκανε να μη θέλω να ανήκω εκεί αλλά να ανήκω κάπου αλλού – πραγματικά δεν ήξερα που. Ήθελα να είμαι και εγώ μέρος ενός συνόλου. Ποιού”;

Τότε το γράμμα του ήρθε την Άνοιξη του 1922. Ήταν ο θείος του ο Ντόριαν που του έγραφε απ’ την Ιερουσαλήμ: “Γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις για λίγους μήνες εδώ κοντά μου”;

Παραιτήθηκε από τη δουλειά του στην εφημερίδα United Telegraph την επόμενη και σύντομα βρισκόταν στον δρόμο του προς την Εγγύς Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά τότε δεν είχε κάποιο ενδιαφέρον ακόμα για το Ισλάμ. “Αν κάποιος μου είχε πει τότε ότι η πρώτη μου επαφή με τον κόσμο του Ισλάμ θα κρατούσε πολύ περισσότερο από κάποιες απλές διακοπές και θα γινόταν ένα καθοριστικό σημείο της ζωής μου, θα είχα γελάσει τότε σ’ αυτό σαν κάτι τελείως εξωφρενικό”.

Διάλεξες να με κατευθύνεις γύρω από έναν κύκλο”

Σύμφωνα με το Κοράνι, ο Θεός δεν κάλεσε τον άνθρωπο για πλήρη δουλοπρέπεια αλλά περισσότερο τράβηξε το διανοητικό του πεδίο. Δεν στάθηκε (ο Θεός) μακριά από την ανθρωπότητα αλλά ήταν πιο κοντά σε ‘σένα απ’ ότι η αρτηρία στον λαιμό σου. Δεν τράβηξε κάποια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πίστη και στην κοινωνική και εξωτερική συμπεριφορά κάτι που είναι ίσως το πιο σημαντικό, δεν δήλωσε ότι όλη η ζωή μας θα περνούσε με ένα διαχωρισμό της ύλης από το πνεύμα και ότι ο δρόμος προς το Θεϊκό φως απαιτούσε την απελευθέρωση της ψυχής απ’ τα ‘δεσμά’ της σάρκας. Κάθε μορφή άρνησης αυτής της ζωής είχε καταδικαστεί από τον προφήτη Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) με λόγια όπως: ‘Προσέξτε, ο ασκητισμός (υπερβολή) δεν είναι για μας‘ και ‘δεν υπάρχει καμία άρνηση του κόσμου στο Ισλάμ‘. Η θέληση του ανθρώπου για ζωή όχι μόνο αναγνωριζόταν ως κάτι θετικό αλλά περιβλήθηκε και με την ‘ιερότητα’ ενός ηθικού αξιώματος. Ο άνθρωπος διδασκόταν ότι: Όχι μόνο ίσως ζήσεις τη ζωή σου σ’ αυτόν τον κόσμο (πριν τη Μεταθανάτια Ζωή) αλλά είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις (να ζήσεις εδώ)”.

Στον δρόμο του προς την Εγγύς Ανατολή, συνάντησε τον Πάτερ Φέλιξ, Χριστιανό καθηγητή και ιερέα, ο οποίος βρισκόταν στο ίδιο καράβι. Απολαμβάνοντας την ομορφιά της θάλασσας, ο Leopold ξόδεψε τις ώρες του ταξιδιού μαζί του στο κατάστρωμα, συζητώντας για διάφορα θρησκευτικά θέματα. Μία ημέρα, ρώτησε τον Πατέρα Φέλιξ:

Αισθάνομαι -και αυτή είναι η αίσθηση πολλών ανθρώπων της γενιάς μου- αισθάνομαι ότι υπάρχει κάποιο λάθος στο να κάνουμε διαχωρισμό ανάμεσα στα ουσιώδη και στα μη ουσιώδη στα όσα αφορούν τον άνθρωπο και στο να διαχωρίζουμε το πνεύμα από την ύλη .. με λίγα λόγια, δεν μπορώ να συμφωνήσω που εσείς αρνείστε κάθε δικαίωμα στις φυσικές ανάγκες ενός ανθρώπου, στην ύλη, στη ζωή μας πάνω σε αυτή τη γη. Αυτό που θέλω να πω, πάει παρακάτω: Ονειρεύομαι έναν τρόπο ζωής –που πρέπει να πω ότι δεν τον βλέπω- όπου ολόκληρος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα, θα πάλευε για μία βαθύτερη ολοκλήρωση του εαυτού του, όπου οι ψυχή και οι αισθήσεις δεν θα είναι εχθροί αναμεταξύ τους και όπου ο άνθρωπος θα μπορούσε να πετύχει την ενότητα με τον εαυτό του και με τη μοίρα του, έτσι ώστε να μπορούσε κάποια στιγμή να πει ‘είμαι η μοίρα μου’”.

Αυτό ήταν το ελληνικό όνειρο” απάντησε ο πάτερ Φέλιξ, “και πού οδήγησε; Πρώτα στα Ορφικά και Διονυσιακά μυστήρια, έπειτα στον Πλάτωνα και στον Πλοτίνο και πάει λέγοντας και ξανά στο συμπέρασμα ότι το πνεύμα και η ύλη είναι αντίθετα το ένα με το άλλο .. Να κάνεις το πνεύμα ελεύθερο από την κυριαρχία της σάρκας: αυτό είναι το νόημα της Χριστιανικής σωτηρίας, το νόημα της πίστης μας στην αυτοθυσία του Κυρίου μας πάνω στον Σταυρό..”.

Εκεί συγκρατήθηκε, γύρισε προς τον Leopold και του είπε: “Οοοο, δεν είμαι κάποιος ιεραπόστολος.. με συγχωρείς αν σου μίλησα για την Πίστη μου που δεν είναι δικιά σου” είπε ο πάτερ και ο Leopold του απάντησε: “Μα δεν έχω καμία (Πίστη) σας διαβεβαιώνω”.

Ναι” είπε ο Πατέρας Φέλιξ “ξέρω, η τύχη του να πιστεύεις ή η αδυναμία της πίστης, είναι η ασθένεια των ημερών μας. Εσύ, όπως και πολλοί άλλοι, ζεις σε μια ψευδαίσθηση που είναι χιλιάδων χρόνων παλιά: την ψευδαίσθηση ότι η διάνοια μόνο μπορεί να δώσει νόημα και κατεύθυνση στη ζωή του ανθρώπου. Αλλά η διάνοια δεν μπορεί να φτάσει την πνευματική γνώση μόνη της επειδή είναι τόσο πολύ απορροφημένη στην πραγματοποίηση υλικών ευκαιριών. Είναι η πίστη και η πίστη μόνο μπορεί να μας ελευθερώσει από μια τέτοια κατάσταση”.

Η Πίστη;” ρώτησε ο Leopold. “Υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να το καταλάβω. Είπατε ότι είναι αδύνατον κάποιος να πετύχει την απόκτηση της γνώσης (για τον Θεό) και να έχει μια σωστή ζωή. Λέτε ότι χρειάζεται η πίστη. Συμφωνώ μαζί σας εν μέρη. Αλλά πώς κάποιος πετυχαίνει την πίστη αν δεν έχει καμία; Αν δεν πιστεύει πουθενά; Υπάρχει κάποιος δρόμος προς αυτό; Εννοώ για να ανοίξουμε περισσότερο την αντίληψη μας”;

Καλέ μου φίλε, η θέληση μας μόνο δεν αρκεί. Ο δόμος ανοίγεται με τη χάρη του Θεού. Αλλά ανοίγεται πάντα σ’ αυτόν που προσεύχεται απ’ τα τρίσβαθα της ψυχής του για φωτισμό της καρδιάς του”.

Προσευχή; Αλλά όταν κάποιος μπορεί να το κάνει αυτό Πατέρα Φέλιξ, τότε αυτό σημαίνει ότι έχει ήδη Πίστη. Επιμένετε να με οδηγείτε σε έναν κύκλο – επειδή αν κάποιος προσεύχεται, τότε πρέπει ήδη να είναι πεπεισμένος για την ύπαρξη Εκείνου προς τον Οποίο προσεύχεται. Πώς έφτασε σ’ αυτή την επιβεβαίωση; Μέσα από τη λογική του; Αυτό δεν θα μετρήσει στο ότι η πίστη μπορεί να επιτευχθεί μέσω της διάνοιας; Και εκτός από αυτό, μπορεί η “χάρη” (του Θεού) να έχει νόημα για κάποιον ο οποίος ποτέ δεν είχε μια τέτοια εμπειρία στη ζωή του”;

Μερικές ημέρες αργότερα ο Leopold έφτασε στην Ιερουσαλήμ. Εκεί, είδε την ίδια την ιστορία μπροστά στα μάτια του.

Δεν θα είναι η πλειονότητα μετά από μερικά χρόνια”

Η προσωπική μου παρατήρηση των πραγμάτων με είχε πείσει ότι στο μυαλό του κοινού Δυτικού υπήρχε μια διαστρευλωμένη εικόνα του Ισλάμ. Αυτό που είδα στις σελίδες του Κορανίου, δεν ήταν μία κακότεχνα υλικκή οπτική της ζωής αλλά αντίθετα μία έντονη αυο-συνειδησία του Θεού που εκφράζεται (στο Κοράνι) με μία λογική αποδοχή όλης της δημιουργημένης από τον Θεό φύσης’ μία αρμονική πλευρό προς πλευρό συνύπαρξη της διάνοιας και της ύλης, πνευματική ανάγκη και ταυτόχρονα κοινωνική απαίτηση. Ήταν ξεκάθαρο λοιπόν σε ‘μένα ότι η (άσχημη) συμπεριφορά των μουσουλμάνων δεν ήταν εξαιτίας του Ισλάμ αλλά εξαιτίας της προσωπικής του αποτυχίας να ζήσουν όπως αυτό προστάζει”.

Στην Ιερουσαλήμ είδε πως συστηματικά μία γη κλεβόταν από τους φυσικούς κατοίκους της που ζούσαν εκεί για χιλιάδες χρόνια – τους Παλαιστίνιους.

Παρόλο που ήταν Εβραίος – και δεν είχε την παραμικρή ιδέα τότε ότι μια μέρα θα γινόταν μουσουλμάνος – είχε μία πολύ αρνητική θέση απέναντι στον Σιωνισμό. Πίστευε ότι ήταν ανήθικο ότι μετανάστες από όλο τον κόσμο θα έρχονταν να καταλάβουν την Παλαιστίνη, με σκοπό να μετατραπούν πληθυσμιακά σε πλειοψηφία και εκδιόκωντας από εκεί τους φυσικούς κατοίκους της περιοχής, στηριζόμενοι από κάποιες ‘Μεγάλες Δυνάμεις’. “Στη διακήρυξη του Μπαλφούρ το 1917, είδα μια βρώμικη πολιτική στροφή σχεδιασμένη να επιβάλλει τον πολύ παλιό και γνωστό σε όλους κανόνα του ‘διαίρει και βασίλευε’”.

Όντας Εβραίος, ήρθε σε στενή επαφή με μερικούς από τους Σιωνιστές ηγέτες. Ένας από αυτούς ήταν ο Dr. Chaim Weizmann, ο αδιαμφησβήτητος ηγέτης του Σιωνιστικού κινήματος. Τον συνάντησε στο σπίτι ενός Εβραίου φίλου του και είχε μαζί του τον εξής διάλογο:

Μιλούσε για τις οικονομικές δυσκολίες που απαιτούσε το όνειρο για μια Ιουδαϊκή εθνική εστία και την ανεπαρκή ανταπόκριση σ’ αυτό από τους ανθρώπους στο Εξωτερικό. Είχα την εντύπωση ότι αυτός, όπως και τόσοι άλλοι από τους Σιωνιστές, θα μετέφερε τις ευθύνες για ό,τι συνέβαινε στην Παλαιστίνη, σε Εξωτερικές δυνάμεις. Αυτό με έκανε να χαλάσω αυτή την ‘ευλάβεια’ με την οποία τον άκουγαν οι άλλοι που ήταν παρόντες και να ρωτήσω: “Τί θα γίνει με τους Άραβες”; Αισθάνθηκα σαν να είχα κάνει γκάφα, που ακούστηκε σαν μια παραφωνία σ’ εκείνη τη συζήτηση. Ο Dr. Weizmann έστρεψε το πρόσωπο του προς εμένα, ακούμπησε κάτω το φλιτζάνι που κρατούσε στο χέρι του και επανέλαβε την ερώτηση μου: “Τί θα γίνει με τους Άραβες;” και του είπα: “Λοιπόν, πώς μπορείτε ακόμα και να ελπίζετε ότι θα κάνετε την Παλαιστίνη πατρίδα σας τη στιγμή που οι Άραβες ξεκάθαρα θα αντιδράσουν και που εκτός των άλλων είναι και η πλειοψηφία στη χώρα”;

Ο Σιωνιστής ηγέτης σκλήρυνε τους όμους του και απάντησε ξερά: “Ελπίζουμε ότι δεν θα είναι η πλειοψηφία σε μερικά χρόνια”.

Ίσως. Έχετε ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα για χρόνια και ξέρετε την κατάσταση καλύτερα απ’ ότι εγώ. Αλλά εκτός απ’ τις πολιτικές δυσκολίες που η αντίθεση των Αράβων μπορεί να βάλει (στον δρόμο σας), δεν σας έχει απασχολήσει ποτέ το ηθικό μέρος του ζητήματος; Δεν νομίζετε ότι είναι λάθος απ’ τη μεριά σας να διώξετε αυτούς τους ανθρώπους που ζούσαν πάντα εδώ σ’ αυτή τη χώρα”;

Μα είναι η δική μας χώρα” απάντησε ο Dr. Weizmann, σουφρώνοντας τα φρύδια του. “Δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να παίρνουμε πίσω ότι μας είχαν πάρει πριν χιλιάδες χρόνια”. “Αλλά είστε εκτός της Παλαιστίνης για σχεδόν 2.000 χρόνια! Πριν από αυτό, είχατε διοικήσει αυτή τη χώρα για λιγότερο από 500 χρόνια. Δε νομίζετε ότι με αυτή τη λογική θα μπορούσαν π.χ. οι Άραβες να διεκδικήσουν την Ισπανία που στο κάτω κάτω τη διοίκησαν για 700 χρόνια περίπου και την έχασαν εντελώς μόνο 500 χρόνια πριν”;

Ο Dr. Weizmann είχε εμφανώς νευριάσει: “Καμία σχέση, οι Άραβες είχαν μόνο κατακτήσει την Ισπανία, δεν ήταν ποτέ η πραγματική πατρίδα τους και έτσι ήταν μόνο το δίκαιο που αργότερα εκδιόχθηκαν από ‘κει από τους Ισπανούς”.

Συγχωρέστε με” σημείωσα “αλλά μου φαίνεται ότι υπάρχει εδώ κάποια παραποίηση της ιστορίας εδώ. Οι Εβραίοι, και αυτοί ως κατακτητές ήρθαν στην Παλαιστίνη Πριν από αυτούς, υπήρχαν εδώ άλλες Σημιτικές και μη Σημιτικές φυλές’ οι Αμορίτες, οι Εδομίτες, οι Φιλισταίοι, οι Μοαβίτες, οι Χιτίτες κ.α. Αυτοί οι λαοί συνέχισαν να ζουν εδώ ακόμα και όταν δημιουργήθηκαν τα βασίλεια του Ισραήλ και του Ιούδα. Συνέχισαν να ζουν εδώ ακόμα και μετά που οι Ρωμαίοι εξώρισαν τους προγόνους μας από ‘δώ. Ζουν εδώ ακόμα και σήμερα. Οι Άραβες που κατοίκησαν στη Συρία και στην Παλαιστίνη τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ήταν μόνο μια μικρή μειονότητα του πληθυσμού. Οι υπόλοιποι, όσους περιγράφουμε ως Παλαιστίνιους ή Σύριους σήμερα, είναι στην πραγματικότητα οι πληθυσμοί οι οποίοι εξαραβοποιήθηκαν, οι αυθεντικοί κάτοικοι αυτής της χώρας. Κάποιοι από αυτούς έγιναν μουσουλμάνοι, κάποιοι άλλοι παρέμειναν Χριστιανοί. Οι μουσουλμάνοι σίγουρα περισσότερο αναμίχθηκαν με τους ομόθρησκους τους από την Αραβία. Αλλά πώς μπορείτε να αρνείστε ότι οι περισσότεροι εδώ στην Παλαιστίνη, που μιλάνε Αραβικά -είτε μουσουλμάνοι είτε Χριστιανοί- είναι απευθείς απόγονοι των αυθεντικών κατοίκων αυτής της χώρας; Αυθεντικοί υπό την έννοια ότι έζησαν εδώ πολύ προτού έρθουν οι Εβραίοι”.

Ο Dr. Weizmann χαμογέλασε ευγενικά και οδήγησε την συζήτηση προς άλλα θέματα.

Αυτός ο Weiss ήταν τόσο βαθιά απορροφημένος στα πολιτικά ζητήματα της Παλαιστίνης. “Πώς είναι δυνατόν” αναρωτήθηκα “για ανθρώπους που έχουν μια τόσο δημιουργική νοημοσύνη όπως οι Εβραίοι να σκέφτονατι το θέμα αυτό Σοωνιστών-Αράβων μόνο μέσα από τη δική τους οπτική; Και πόσο παράξενο για ένα έθνος που είχε υποφέρει τόσα πολλά στη διάρκεια της μακρόχρονης τους διασποράς, ήταν τώρα μέσα στον δικό τους μόνο κόσμο, έτοιμοι να διαπράξουν ένα μεγάλο λάθος έναντι ενός άλλου έθνους που στο κάτω κάτω ήταν τελείως αθώοι για ό,τι είχαν υποφέρει οι Εβραίοι στο παρελθόν. Ένα τέτοιο φαινόμενο απ’ όσο ξέρω, δεν ήταν άγνωστο στην ιστορία αλλά με έκανε -όχι λίγο- να αισθάνομαι πολύ άσχημα που εξελισόταν μπροστά στα μάτια μου”.

Ήταν τότε, το 1922 που έγινε ειδικός ανταποκριτής από την εφημερίδα Frankfurter Zeitung (που είχε τη βάση της στο Βερολίνο), μία από τις πιο διαπρεπείς και διαδεδομένες εφημερίδες της Ευρώπης. Αργότερα τα άρθρα του εκδόθηκαν και δημοσιεύτηκαν και από τρεις άλλες μεγάλες εφημερίδες της Ευρώπης: τις Neue Zurcher Zeitung της Ζυρίχης, Telegraph του Άμστερνταμ και την Kolnische Zeitung της Κολωνίας.

Όμως δεν ήταν όλοι οι Ιουδαίοι Σιωνιστές επειδή συνάντησε κάποιους Ιουδαίους που ήταν αντίθετοι στον Σιωνισμό. Κάποιος από αυτούς ήταν ο Dr. Jacob de Haan, που αργότερα έγινε φίλος του. Ο Dr. de Haan του είπε μία φορά:

Δεν ήταν χωρίς λόγο που ο Θεός μας έκανε να χάσουμε αυτή τη γη και μας διέσπειρε σε όλη τη γη αλλά οι Σιωνιστές δεν θέλουν να το παραδεχτούν αυτό. Πάσχουν από την ίδια πνευματική τύφλωση που προκάλεσε την πτώση μας. Τα 2.000 χρόνια της Ιουδαϊκής εξορίας και δυστυχίας δεν τους δίδαξαν τίποτα. Αντί να προσπαθήσουν να αντιληφθούν τα βαθύτερα αίτια της δυστυχίας μας, προσπαθούν να παρακάμψουν την αλήθεια κατασκευάζοντας μία ‘εθνική εστία’ σε θεμέλια παρεχόμενα από πολιτικούς των Δυτικών δυνάμεων και στο εγχείριμα τους αυτό, να φιάξουν δηλαδή μία ‘εθνική εστία’ για τους Εβραίους, διαπράτουν το έγκλημα της καταδίωξης ενός άλλου λαού από τα σπίτια του.

Δεν ήταν πολύ πριν που ο Dr. de Haan, στο σκοτάδι της νύχτας, δολοφονήθηκε.

Η δεύτερη εμπειρία του (του Leopold) στην Ιερουσαλήμ ήταν που ήρθε σε επαφή με τον τρόπο ζωής των Αράβων, ένας τρόπος ζωής που ήταν απλός και γεμάτος εσωτερική ειρήνη.

Ερχόμενος στην Ιερουσαλήμ, ταξίδευε με το τρένο από την Αίγυπτο κατά μήκος της ερήμου του Σινά. Ήταν ένας Άραβας που μοιραζόντουσαν το ίδιο δωμάτιο στο βαγόνι και ο οποίος καθόταν στα απέναντι καθίσματα. Το τρένο σταμάτησε σε κάποιον σταθμό. Υπήρχαν αγόρια κατά μήκος της αποβάθρας του σταθμού που πρόσφεραν φαγητό, αυγά, ψωμί κ.α. Ο βεδουίνος αγόρα λίγο κέικ από το παράθυρο. Όπως γύριζε για να καθίσει στι κάθισμα του, ξαφνικά έστρεψε τα μάτια του προς τον Leopold Weiss που καθόταν στην απέναντι πλευρά. Αμέσωςδιαχώρισε το κέικ στα δύο και έδωσε το ένα κομμάτι στον Leopold. Και όπως ο Leopold άπλωσε το χέρι του, είπε: “tafaddal” (δώσε μου τη χάρη), χωρίς να ξέρει επ’ ακριβώς τι σημαίνει αυτή η λέξη αλλά αυτό το μικρό γεγονός ήταν η πρώτη γεύση που είχε από την Αραβική φιλοξενία. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο, πολύ περισσότερο από αυτό. Ήταν η συνειδητοποίηση της ύπαρξης κάποιων ανθρώπων των οποίων ο τρόπος ζωής ήταν πολύ διαφορετικός με αυτόν που ο ίδιος είχε συνηθίσει ως Ευρωπαίος. Σύντομα αναγνώρισε σ’ αυτούς αυτή την οργανική σύνδεση των αισθήσεων και της νόησης, που είχε πλέον για πάντα χαθεί από τους Ευρωπαίους. “Στους Άραβες άρχισα να βρίσκω κάτι για το οποίο έψαχνα πάντα’ έναν πραγματικό φωτισμό στον τρόπο που πλησίαζαν όλα τα ζητήματα της καθημερινής ζωής, μία ανώτερη αίσθηση του συναισθήματος, αν κάποιος μπορεί να το πει έτσι”.

Επρόκειτο σύντομα να φύγει από την Παλαιστίνη και να ταξιδέψει σε μερικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της κεντρικής Ασίας μαθαίνοντας έτσι πολύ περισσότερα για τη ζωή των μουσουλμάνων αλλά όχι κατ’ ανάγκη και για τη θρησκεία τους.

Μια κοινωνία χωρίς τοίχη

Πολύ πριν περάσει κάποια σκέψη από το μυαλό μου ότι θα γινόμουν μουσουλμάνος, άρχισα να νιόθω μια ανεξήγητη ηρεμία όταν έβλεπα -όπως κάνω συχνά- κάποιον να στέκεται πάνω στο χαλάκι του για να προσευχηθεί….είτε ήταν σε ένα τζαμί είτε στην άκρη ενός πολυσύχναστου δρόμου: κάποιον που είχε εκείνη τη στιγμή ειρήνη με τον εαυτό του”.

Στη Δαμασκό είδε πως τις Παρασκευές -το ‘Σάββατο’ των μουσουλμάνων- έφερνε νέα ζωή και συγκίνηση αλλά και σοβαρότητα στους δρόμους. Δεν ήταν μια μέρα ξεκούρασης ή ανάπαυσης αλλά μια ημέρα γεμάτη από διάφορες δραστηριότητες, σαν όλες τις άλλες ημέρες. Έβλεπε μία πιο ‘ζεστή’ σχέση του ανθρώπου με τη δουλειά του και τις υποχρεώσεις του. Η ξεκούραση χρειάζεται όταν κάποιος κουράζεται. Σύγκρινε τις Παρασκευές με τις Κυριακές της Ευρώπης: “Επειδή για τους περισσότερους ανθρώπους στη Δύση κάθε ημέρα της ζωής τους είναι ένα βαρύ φορτίο από το οποίο μόνο η Κυριακή μπορεί να τους ‘απελευθερώσει’, η Κυριακή δεν είναι πλέον ημέρα ανάπαυσης αλλά έχει γίνει μία απόδραση προς το μη πραγματικό, μία ημέρα που είναι σαν να εξαπατάει τον άνθρωπο κάνοντας τον να ξεχάσει και πίσω από την οποία οι υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας κρύβονται ή φαίνονται σαν ‘απειλή’”.

Μία φορά επισκέφτηκε ένα τζαμί με έναν μουσουλμάνο φίλο του και είδε μουσουλμάνους να προσεύχονται όλοι μαζί πίσω από έναν ηλικιωμένο ιμάμη, στοιχισμένοι στη σειρά και δίπλα-δίπλα ο ένας στον άλλον, σαν στρατιώτες. Είδε πόσο ήσυχο ήταν και πως όλοι οι συγκεντρωμένοι έσκυψαν και προσκύνησαν, όλοι μαζί σαν να ήταν ένας, σαν να ήταν ο Θεός παρών μπροστά τους. “Ήταν εκείνη τη στιγμή που αναρωτήθηκα πόσο κοντά τους ήταν ο Θεός και η Πίστη τους. Η προσευχή τους δε φαινόταν διαχωρισμένη από τη δουλειά τους και από τις ημέρες της εργασίας τους’ ήταν ένα μέρος απλά όχι για να τους βοηθήσει να ξεχάσουν τη ζωή αυτή αλλά για να τη θυμηθούν καλύτερα θυμώμενοι τον Θεό (και ευχαριστώντας Τον)”.

Φεύγοντας από το τζαμί ρώτησε τον φίλο του:

Πόσο παράξενο και θαυμάσιο που εσείς νοιώθετε τον Θεό να είναι τόσο κοντά σας. Εύχομαι να μπορούσα και γω να νοιώσω το ίδιο”.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι αδερφέ μου; Ο Θεός δεν είναι που σύμφωνα με το Ιερό μας Βιβλίο λέει: {Είμαστε πιο κοντά σε σας απ’ ότι η αρτηρία στον λαιμό σας}”;

Ήταν μόνο τότε που ο Leopold πήρε απόφαση να μελετήσει σοβαρά τη θρησκεία αυτών των ανθρώπων. Επρόκειτο σύντομα να ανακαλύψει έναν κόσμο ιδεών, όπως το ‘σήκωμα της κουρτίνας’. Είδε ότι το Ισλάμ δεν ήταν μόνο μια θρησκεία αλλά περισσότερο ένας τρόπος ζωής’ όχι τόσο ένα Θεολογικό σύστημα όσο ένα πρόγραμμα συμπεριφοράς -προσωπικής και κοινωνικής- βασισμένο στην επίγνωση της ύπαρξης του (Ενός και Μοναδικού) Θεού. Αυτό που ανακάλυψε, ήταν πολύ περισσότερο άξιο σεβασμού παρά τα όσα είχε ακούσει και διαβάσει για το Ισλάμ (από πριν). Πολύ μακριά από την αιώνια έχθρα ανάμεσα στο πνεύμα και στη ύλη, είδε ότι στο Ισλάμ συμπληρώνουν το ένα το άλλο στη ζωή του ανθρώπου. “Το πλησίασμα του Ισλάμ στα προβλήματα της ψηχής και του πνεύματος φαινόταν να είναι βαθύτερο απ’ ότι απ’ ότι αυτό στην Παλαιά Διαθήκη και δεν είχε καμία προ-επιλογή για κάποιο συγκεκριμένο έθνος όπως αυτή (η Π.Διαθήκη) και το πλησίασμα (του Ισλάμ) στα προβλήματα της ύλης (και της σάρκας) ήταν σε αντίθεση με την Καινή Διαθήκη, δυνατά καταφατικό. Πνεύμα (ψυχή) και ύλη (σάρκα) στέκονται (στο Ισλάμ) στη δικιά του ‘πλευρά’, σαν τα δύο δίδυμα μέρη που αποτελούν τη ζωή του ανθρώπου που του δώθηκε από τον ίδιο τον Θεό”.

Μερικά χρόνια αργότερα ταξίδευε σε ένα πλοίο που ήταν γεμάτο με τουρίστες που πήγαιναν στη Μέκκα. Στο κάτω κατάστρομα ήταν οι επιβάτες της δεύτερης θέσης. Πήγε μία μέρα (ο Leopold) να δει κάποιον φίλο του και βρήκε εκεί έναν άντρα σε μία σιδερένια κουκέτα, που ήταν άρρωστος και είχε πυρετό. Του είχαν πει ότι ο γιατρός δεν θα ερχόταν να βοηθήσει κάτω σ’ αυτό το κατάστρωμα. Του φάνηκε ότι ο άνθρωπος υπέφερε από μαλάρια και του έδωσε μερικά κινίνα. Προσέχοντας τον άρρωστο άντρα, είδε -από τη γωνία του ματιού του- ότι οι προσκυνητές από το γκρουπ αυτού του άντρα, που ήταν από την Υεμένη, ψιθύριζαν μεταξύ τους. Στο τέλος, κάποιος από αυτούς ήρθε στον Leopold και του έδωσε μερικά τσαλακωμένα χαρτονομίσματα και του είπε: “Τα μαζέψαμε μεταξύ μας. Δυστυχώς δεν είναι πολλά. Κάντε μας τη χάρη και δεχτείτε τα”.

Έκανα προς τα πίσω και τους εξήγησα ότι δεν βοήθησα τον φίλο τους για τα λεφτά” είπε ο Leopold. “Όχι όχι, το ξέρουμε αυτό’ μην τα αποδεχτείς ποτέ ως χρήματα. Δεν είναι πληρωμή αλλά ένα δώρο, ένα δώρο από τον αδερφό σου. Χαρήκαμε για ‘σένα και γι’ αυτό σου δίνουμε αυτά τα χρήματα.. αποδέξου τα χρήματα αδερφέ, για τη χάρη του Θεού”.

Αλλά εγώ, ακόμα διστάζοντας με την Ευρωπαϊκή μου νοοτροπία, ‘αμύνθηκα’ απέναντι σ’ αυτό. “Δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ ένα δώρο επειδή βοήθησα έναν άρρωστο φίλο.. Εκτός αυτού, έχω αρκετά χρήματα’ σίγουρα εσείς τα χρειάζεστε πολύ περισσότερο από ‘μένα. Παρ’ όλα αυτά, αν επιμένετε να τα δώσετε, δώστε τα στους φτωχούς στο Πορτ Σάιντ”.

Όχι όχι” επανέλαβε ο Υεμενίτης. “Δέξου τα από ‘μας και αν δεν θέλεις να τα κρατήσεις, δώστα εσύ ο ίδιο στους φτωχούς”.

Και όπως με πίεσαν και ενοχλήθηκαν λίγο από την άρνηση μου, στενοχωρέθηκαν και έμειναν αμίλητοι, σαν να μην είχα αρνηθεί τα λεφτά τους αλλά τις καρδιές τους. Ξαφνικά συνειδητοποίησα: προερχόμουν από μία κοινωνία που είχε συνηθίσει να κτίζει τοίχοι ανάμεσα στους ανθρώπους, ωστόσο αυτοί οι άνθρωποι ήταν από μία κοινωνία χωρίς τοίχοι ανάμεσα τους…

Δώστε μου τα χρήματα, αδέρφια μου. Τα αποδέχομαι και σας ευχαριστώ”.

Ένα ‘αγόρι’ διάνοια

Ένας κόσμος σε αναταραχή και αναστάτωση: αυτός ήταν ο δικός μας Δυτικός κόσμος. Αιματοχυσία, καταστροφή, βία σε έναν απίστευτο βαθμό. Το σπάσιμο τόσων κοινωνικών συμβάσεων (σχέσεων), σύγκρουση ιδεολογιών, μια πικρή μάχη με όλα τα μέσα για νέους δρόμους στη ζωή: αυτά ήταν τα σημάδια των ημερών μας… Η ενστικτώδη αυτή πίστη που είχα από νέος ότι ο άνθρωπος δε ζει μόνο με ψωμί, αποκρυσταλώθηκε μέσα στη σιγουριά ότι η τρέχουσα λατρεία της ‘προόδου’ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα αδύνατο και σκιώδες υποκατάστατο για μία πίστη σε απόλυτες αξίες – μια ψευδο-πίστη επινοημένη από ανθρώπους που είχαν χάσει όλη την εσωτερική τους δύναμη να πιστεύουν σε απόλυτες αξίες και τώρα κορόιδευαν τους εαυτούς τους με την πίστη ότι κάπου και κάποτε με κάποια εξελικτική ώθηση, ο άνθρωπος θα απομάκρυνε τις τωρινές του δυσκολίες … Δεν είδα πώς οποιοδήποτε από τα νέα οικονομικά συστήματα που προέρχεται από αυτή την απατηλή πίστη θα μπορούσε πιθανόν να αποτελέσει περισσότερο από ένα καταπραϋντικό για τη μιζέρια της Δυτικής κοινωνίας’ το πολύ-πολύ θα μπορούσαν να θεραπεύσουν κάποιο σύμπτομα ποτέ όμως την ίδια την αιτία”.

Σύντομα μετά από το ταξίδι του στη Συρία, ο Leopold επέστρεψε στο Βερολίνο. Εκεί, πήγε στο γραφείο της Frankfurter Zeitung, της εφημερίδας στην οποία έγραφε τον τελευταίο έναν χρόνο για να συναντηθεί με τον εκδότη της Dr. Heinrich Simon, έναν άντρα διεθνούς κύρους. Όταν ο Dr. Simon είδε τον Leopold, ξαφνιάστηκε:

Όταν μπήκα μέσα, με κοίταξε αμίλητος για μια στιγμή αλλά αμέσως σχεδόν επανήλθε στον εαυτό του, σφίξαμε τα χέρια και μου είπε: “Κάτσε κάτω, κάτσε..σε περίμενα” αλλά συνέχισε να με κοιτάει αμίλητος, μέχρι που μπορώ να πω ότι ενοχλήθηκα. “Συμβαίνει κάτι Dr. Simon” ρώτησα.

Όχι όχι, τίποτα δε συμβαίνει…πώς να το πω..περίμενα να συναντήσω έναν ηλικιωμένο κύριο με γυαλάκια και τώρα βλέπω μπροστά μου ένα αγόρι… παρακαλώ με συγχωρείτε. Εν τέλει, πόσο χρόνων είστε αν επιρέπεται” και ξαφνικά θυμήθηκα τον Ολλανδό έμπορο από το Κάιρο που μου είχε κάνει ακριβώς την ίδια ερώτηση πέρυσι και του απάντησα: “Είμαι 23 στα 24. Με θεωρείτε πολύ νέο για να δουλεύω στη Frankfurter Zeitung;” και είπε: “Όχι…όχι για τη Frankfurter Zeitung αλλά για τα άρθρα που γράφετε”.

Και όμως τα άρθρα του Leopold, μεταφέροντας τις εμπειρίες του από την Εγγύς Ανατολή, ήταν τόσο φυσικά και προκαλούσαν τη σκέψη, που έλαβαν αναγνώριση από όλο τον Ευρωπαϊκό τύπο. Σύντομα ύστερα από όλα αυτά, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που προκάλεσε για τον έντονο αντι-Σιωνισμό του. Κανένας – ούτε οι παλιοί του φίλοι δεν έδειξαν συμπάθεια και κατανόηση γι’ αυτόν και για την προτίμηση του για τη ζωή των Αράβων, εκτός από κάποιον συγκεκρυμένα’ την Έλσα. 15 χρόνια μεγαλύτερη του Leopold Weiss, αντιλήφθηκε τις σκέψεις του και τον εσωτερικό κόσμο αυτού του εικοσι-τετράχρονου έξυπνου νεαρού. Ο Leopold σύντομα την παντρεύτηκε και αυτή έγινε η αιτία και η πηγή του για ειρήνη, γαλήνη και τρυφερότητα’ σαν τη Χαντίτζα, επίσης 15 χρόνια μεγαλύτερη του προφήτη Μουχάμμεντ.

Μετά που έμεινε στο Βερολίνο για μερικούς μήνες, έφυγε και πάλι για την εγγύς ανατολή. Το ενδιαφέρον του να μάθει για το Ισλάμ, αυξήθηκε και έτσι πήγε στην Αίγυπτο και συνάντησε τον σέιχ Μουσταφά αλ-Μαράγι, έναν από τους ουλεμά (λογίους) εκείνης της εποχής, που αργότερα έγινε πρύτανις του πανεπιστημίου Αλ-Άζχαρ.

Γιατί μία θρησκεία που καθορίζει;

Στην αρχή είχα κάπως παραξενευτεί με την αναφορά του Κορανίου όχι μόνο σε θέματα πνευματικά αλλά επίσης με μερικές φαινομενικά ασήμαντές εγκόσμιες πτυχές’ αλλά με τον καιρό άρχισα να κατανοώ ότι αν ο άνθρωπος ήταν στην ουσία μία αδιάσπαστη ενότητα από σώμα και ψυχή -όπως το Ισλάμ δίδασκε ότι ήταν- τότε καμία πτυχή από τη ζωή του ανθρώπου δεν θα μπορούσε να είναι τόσο ασήμαντη ώστε να αναφέρεται σε μία θρησκεία. Με όλα αυτά, το Κοράνι δεν αφήνει ποτέ τους ακολούθους του να ξεχάσουν ότι η ζωή αυτού του κόσμου είναι μόνο ένας σταθμός στον δρόμο προς μία ανώτερη ύπαρξη και ότι ο τελικός του στόχος ήταν περισσότερο πνευματικής φύσεως. Η υλική ευημερία είναι επιθυμητή αλλά όχι το ζητούμενο και οι ανάγκες του ανθρώπου πρέπει να ακολουθούνται και να ‘φιλτράρονται’ από την ηθική του συνείδηση. Αυτή η συνείδηση δεν θα έπρεπε να αφορά μόνο τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό αλλά τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους’ όχι μόνο την πνευματική τελειότητα ενός ανθρώπου αλλά επίσης θα έπρεπε να στοχεύει στη δημιουργία τέτοιων κοινωνικών συνθηκών που να ευνοούν την πνευματική ανάπτυξη όλων, έτσι ώστε όλοι να ζουν σε πλειρότητα”.

Στην Αίγυπτο ξεκίνησε να μελετάει το Ισλάμ συζητόντας διάφορα θέματα με τον σέιχ Μουσταφά αλ-Μαράγι ενώ την ίδια στιγμή μάθαινε Αραβικά, με τη βοήθεια κάποιων μαθητών του πανεπιστημίου Αλ-Άζχαρ. Όσο περισσότερο διάβαζε για το Ισλάμ και εντρυφούσε στις διδασκαλίες του και στον τρόπο ζωής που δίδασκε, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσε πόσο πολύ οι μουσουλμάνοι είχαν ξεφύγει από τη θρησκεία τους. Παρ’ όλα αυτά (ακόμα) δεν σκεφτόταν να ασπαστεί το Ισλάμ. “Δεν θεωρούσα επιθυμητό για έναν μορφωμένο άνθρωπο να προσαρμόσει τη ζωή του και τον τρόπο σκέψης του σε ένα σύστημα ζωής μη επινοημένο από τον ίδιο”. Αναρωτιότανε αν ήταν υποχρεωτικό για κάποιον να ανήκει σε μία συγκεκριμένη Πίστη:

Πείτε μου σέιχ Μουσταφά” ρώτησα τον πολυμαθή φίλο μου, “γιατί θα πρέπει να περιοριστεί κάποιος σε μια συγκεκριμένη διδασκαλία και σε ένα συγκεκριμένο σύνολο εντολών; Δεν θα ήταν καλύτερο να αφήσουμε την ηθική ‘έμπνευση’ στην εσωτερική φωνή κάποιου;” και μου είπε: “Αυτό που πραγματικά με ρωτάς νεαρέ αδερφέ μου, είναι γιατί θα έπρεπε να υπάρχει οποιαδήποτε καθιερωμένη θρησκεία. Η απάντηση είναι απλή. Μόνο πολύ λίγοι άνθρωποι -μόνο προφήτες- είναι ικανοί να αντιληφθούν πραγματικά την εσωτερική τους φωνή. Οι περισσότεροι από μας εμποδιζόμαστε από τα προσωπικά μας ενδιαφέροντα και επιθυμίες – και αν ήταν ο καθένας να ακολουθεί μόνο ό,τι του έλεγε η καρδιά του, θα είχαμε δημιουργήσει περισσότερη ανηθικότητα και χάος και δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε σε ένα συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς. Δεν θα μπορούσες φυσικά να μη ρωτήσεις αν δεν υπάρχουν καθόλου εξαιρέσεις στον γενικό κανόνα – άνθρωποι που αισθάνονται ότι δεν έχουν ανάγκη να καθοδηγηθούν σε ό,τι θεωρούν σωστό ή λάθος. Αλλά τότε, σε ρωτάω, δεν θα υπήρχαν μερικοί, πάρα πολλοί άνθρωποι, που θα ισχυρίζονταν ότι αυτή η εξαίρεση ισχύει και γι’ αυτούς; Ποιό θα ήταν τότε το αποτέλεσμα;

Αφού έμεινε για λίγο στην Αίγυπτο, ξεκίνησε για ένα άλλο μακρύ ταξίδι, αυτή τη φορά περνώντας από Συρία, Ιορδανία, Περσία, Αφγανιστάν και κράτη της κεντρικής Ασίας, επισκεπτόμενος τα μέρη τους, τις πόλεις και τις αγορές τους, καθώς ταξίδευε. Είναι σ’ αυτό το δεύτερο ταξιδι του διά μέσω μουσουλμανικών χωρών που άρχισε να σκέφτεται για το Ισλάμ, όλο και πιο πολύ. “Κάθε μέρα είχα νέες εντυπώσεις, κάθε μέρα μου γεννιόντουσαν καινούρια ερωτήματα και έβρισκα και άλλες απαντήσεις. Μου ξύπνησαν μια ηχό από κάτι που είχε μείνει κρυμμένο κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου και όσο προόδευα στις γνώσεις μου για το Ισλάμ, ένοιωθα ξανά και ξανά ότι ήταν μια αλήθεια που από κάπου την ήξερα χωρίς όμως να είμαι σίγουρος και η οποία βαθμιαία μου αποκαλυπτότανε και επιβεβαιωνότανε μέσα μου”.

Στο Ισλάμ, είδε το πραγματικό νόημα της ζωής. Δεν ήταν μια θρησκεία αλλά ένας τρόπος ζωής, ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια ενώνονταν το ένα με το άλλο τόσο αρμονικά. Αλλά ένα ερώτημα ακόμα παρέμενε στο μυαλό του: ‘Ήταν πραγματικά το Ισλάμ ένα μήνυμα από τον Θεό ή ήταν η σοφία ενός μεγάλου αλλά πλανεμένου ανθρώπου‘;

Είσαι μουσουλμάνος – μόνο που δεν το ξέρεις”

Το Ισλάμ δεν μου φαινόταν τόσο να είναι μια θρησκεία με τη συνηθισμένη έννοια του όρου αλλά πολύ περισσότερο ένας τρόπος ζωής’ όχι τόσο ένα Θεολογικό σύστημα όσο ένα πρόγραμμα προσωπικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, βασισμένο στην επίγνωση της ύπαρξης του Θεού. Πουθενά στο Κοράνι δεν θα μπορούσα να βρω μία αναφορά στην ανάγκη για ‘σωτηρία’. Καμμία πραγματική, κληρονομημένη αμαρτία δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο ανάμεσα σε κάποιον και στον προορισμό του – επειδή, τίποτα περισσότερο δεν θα έχει ο άνθρωπος εκτός από ό,τι έχει μοχθήσει γι’ αυτό [Qur'an 53:39]. Κανένας ασκητισμός δεν χρειάζεται για να ανοίξει μια κάποια χαμένη πύλη προς την ευσέβεια: επειδή η καθαρότητα ήταν μία κατάσταση στην οποία γεννήθηκε ο άνθρωπος, και η αμαρτία δεν σήμαινε τίποτα περισσότερο από ένα απλό ολίσθημα από τις εσωτερικές, θετικές εκείνες ιδιότητες με τις οποίες ο Θεός προίκισε κάθε ανθρώπινο δημιούργημα. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος οποιουδήποτε δυισμού στη φύση της ύπαρξης του ανθρώπου: το σώμα και η ψυχή φαίνονταν να είναι σαν ένα αδιάσπαστο ενιαίο σύνολο”.

Αφού ταξίδεψε πολύ στην κεντρική Ασία, ήταν τώρα στο Αφγανιστάν. Κάποια στιγμή ταξίδευε από την Καμπούλ στη Χεράτ πάνω σ’ ένα άλογο διά μέσου των χιονισμένων κοιλάδων του Χιντου-Κους, όταν ξαφνικά το άλογο του έχασε ένα πέταλο. Έτσι έπρεπε να σταματήσει το ταξίδι του για μερικές ημέρες και να πάει σε ένα χωριό για να επισκευάσει το πέταλο. Κάποιος χακίμ (κυβερνήτης περιοχής) έμαθε ότι κάποιος ξένος είχε επισκεπτεί την περιοχή του. Προσκάλεσε τον Leopold να κοιμηθεί στο σπίτι του. Ο Leopold που μιλούσε τότε τα Περσικά καλά, αποδέχτηκε την πρόσκληση. Μετά το δείπνο, ένας χωριάτης ήρθε εκεί και τους διασκέδασε με το τρίχορδο λαούτο του και ένα τραγούδι… Το τραγούδι αφορούσε τη μάχη του προφήτη Δαβίδ με τον Γολιάθ …

Όταν τελείωσε, ο κυβερνήτης είπε: “Ο Νταβούντ (Δαβίδ) ήταν μικρόσωμος αλλά η πίστη του ήταν τεράστια”.

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου απ’ το να πω: “Και σεις είστε πολλοί αλλά η πίστη σας είναι μικρή”.

Με κοίταξαν με έκπληξη και στενοχωρήθηκαν με ότι είχα πει μόλις, ξαφνικά μέσα μου ελέγθηκα. Η εξήγηση που τους έδωσα, πήρε τη ‘μορφή’ ενός χείμαρου ερωτήσεων:

Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα και εσείς οι μουσουλμάνοι έχετε χάσει την αυτοπεποίθηση σας — αυτή η αυτοπεποίθηση που κάποτε σας επέτρεψε να διαδώσετε την Πίστη σας, σε λιγότερο από 100 χρόνια, από την Αραβία προς τα Δυτικά ως τον Ατλαντικό και προς τα Ανατολικά μέχρι την Κίνα — και τώρα υποτάσεστε τόσο εύκολα στα ήθη και στις συνήθειες της Δύσης; Γιατί δεν μπορείτε, εσείς που οι παππούδες σας φώτισαν τον κόσμο με την επιστήμη και την τέχνη σε μια εποχή που η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στη βαρβαρότητα και στην άγνοια, να βρείτε τη δύναμη να πάτε πίσω στη δική σας προοδευτική και λαμπερή Πίστη; Πώς γίνεται και ο Ατατούρκ, αυτός ο ασήμαντος υποκριτής που αρνείται όλη την αξία του Ισλάμ, έχει γίνει σε σας τους μουσουλμάνους ένα σύμβολο ‘μουσουλμάνου μεταρρυθμιστή’;

Ο έπαρχος παρέμεινε αμίλητος. Έξω χιόνιζε ξανά και ο Leopold συνέχισε –

Πείτε μου – πώς έγινε και η πίστη του προφήτη σας και όλη η καθαρότητα και η απλότητα της έχει θαφτεί κάτω από έναν σωρό με ανούσια πράγματα και κάτω από τη διαίρεση των καθοδηγητών σας; Πώς έγινε και οι πρίγκηπες σας και οι μεγάλοι γεωκτήμονες διαμένουν στην άνεση και τον πλούτο τη στιγμή που τόσοι πολλοί από τους μουσουλμάνους αδερφούς τους υποφέρουν από ανέκφραστη φτώχεια και κακομοιριά – παρόλο που ο προφήτης σας δίδαξε ότι: ‘Κανένας δεν μπορεί να είναι πιστός τη στιγμή που απολαμβάνει το φαγητό του ενώ ο γείτονας του πεινάει‘; … Πώς έγινε και τόσοι πολλοί από σας τους μουσουλμάνους είναι αναλφάβητοι και αγράμματοι και τόσο λίγοι μπορούν να διαβάσουν και να γράψουν, τη στιγμή που ο προφήτης σας είπε ότι: ‘Η αναζήτηση της γνώσης είναι ιερό καθήκον για κάθε μουσουλμάνο (και μουσουλμάνα)‘ και ‘Η ανωτερότητα αυτού που γνωρίζει πάνω στους υπόλοιπους είναι σαν την ανωτερότητα του φεγγαριού σε πανσέληνο πάνω στα άλλα αστέρια‘ ;

Ο κυβερνήτης ξαφνιάστηκε. Αλλά στο τέλος είπε:

Αλλά, είσαι μουσουλμάνος …

Γέλασα και απάντησα: “Όχι, δεν είμαι μουσουλμάνος, αλλά έχω δει τόσο πολύ ομορφιά στο Ισλάμ που μερικές φορές θυμώνω πραγματικά όταν σας βλέπω να αδιαφορείτε γι’ αυτό … Συγχωρέστε με αν μίλησα σκληρά …”.

Αλλά ο οικοδεσπότης μου κούνησε το κεφάλι του. “Όχι, ήθελα να πω ότι είσαι μουσουλμάνος, μόνο που δεν το έχεις συνειδητοποιήσει …”.

Μερικούς μήνες αργότερα ο Leopold επέστρεψε στο Βερολίνο αλλά εκείνα τα λόγια του Αφγανού οικοδεσπότη του, έμειναν χαραγμένα στο μυαλό του.

Κατέχεστε από φιλοδοξία για περισσότερο και περισσότερο μέχρι να βρεθείτε στους τάφους σας”

Με την αλαζονεία και την τύφλωση τους, οι άνθρωποι της Δύσης είναι πεπεισμένοι ότι ο πολιτισμός τους είναι αυτός που θα φέρει φως και πρόοδο στον Κόσμο … Τον 18ο και 19ο αιώνα σκεφτόντουσαν να διαδώσουν το Ευαγγέλιο του Χριστιανισμού σε όλο τον κόσμο αλλά τώρα που η θρησκευτική τους ορμή έχει κρυώσει τόσο πολύ ώστε να θεωρούν τη θρησκεία σαν μια απλή καταπραϋντική background μουσική – τους επέτρεψε να ‘συνοδέψουν’ αλλά όχι να επηρεάσουν την πραγματική ζωή – αντί γι’ αυτό έχουν αρχίσει ήδη να διαδίδουν το υλιστικό ευαγγέλιο του ‘Δυτικού τρόπου ζωής’: την πίστη ότι όλα τα ανθρώπινα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν σε εργοστάσια, εργαστήρια και στα γραφεία και στους πίνακες των στατιστικών”.

Ήταν 1926, και ο Leopold είχε επιστρέψει πίσω στο Βερολίνο ύστερα από το δεύτερο μεγάλο ταξίδι του σε μουσουλμανικές χώρες. Μετά από χρόνια πληθωρισμού, υπήρχε τώρα ευημερία παντού στην κεντρική Ευρώπη. Στο σπίτι του πλέον μετά από μακρυνά ταξίδια, ξεκίνησε να διαβάζει το Κοράνι σε μετάφραση επειδή τη δεδομένη στιγμή τα αραβικά του δεν ήταν ακόμη αρκετά καλά. Αυτός και η Έλσα συχνά διάβαζαν το Κοράνι μαζί και συζητούσαν γι’ αυτό, και η Έλσα είχε αρχίσει και αυτή να εντυποσιάζεται από αυτή τη βαθύτερη συνοχή μεταξύ των ηθικών διδασκαλιών του Κορανίου και του πρακτικού τρόπου ζωής. Τότε κάτι πολύ παράξενο συνέβη.

Μία ημέρα ο Leopold και η σύζυγος του ταξίδευαν με τον υπόγειο σιδηρόδρομο στο Βερολίνο όταν είδε κάτι παράξενο –

Ήταν ένα βαγόνι πρώτης θέσης. Το μάτι μου έπεσε πάνω σε έναν καλοντυμένο κύριο απέναντι από ‘μένα, προφανώς κάποιος επιτυχημένος επιχειρηματίας, με έναν όμορφο χαρτοφύλακα στα πόδια του και ένα μεγάλο διαμάντινο δαχτυλίδι στο χέρι του.. Σκέφτηκα ότι η φιγούρα αυτού του άντρα, πόσο ταίριαζε σ’ αυτή την εικόνα ευημερίας που θα συναντούσε κάποιος σε όλη την κεντρική Ευρώπη τις μέρες μας: μια ευημερία τόσο εμφανής, μετά από χρόνια μεγάλου πληθορισμού, όταν όλη η οικονομική ζωή είχε γίνει άνω-κάτω και η αισχρότητα στην εμφάνιση ήταν πια ο κανόνας. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους ήταν τώρα καλοντυμένοι και καλοταϊσμένοι, και ο άντρας που καθόταν απέναντι μου, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Αλλά όταν κοίταξα στο πρόσωπο του, δεν μου φαινόταν ότι κοίταζα σε ένα χαρούμενο πρόσωπο. Φαινόταν ανήσυχος: και για την ακρίβεια όχι απλά ανήσυχος αλλά δυστυχισμένος, με τα μάτια του να κοιτάνε με ένα απλανές βλέμμα και οι γωνίες του στόματος του ήταν τραβηγμένες σαν να πονούσε — αλλά όχι σωματικός πόνος. Μη θέλοντας να φανώ αγενής, έτρεψα το βλέμμα μου αλλού και είδα δίπλα σε αυτόν μια κυρία, κάπως κομψή. Επίσης είχε μια απλανής έκφραση δυστυχίας στο πρόσωπο της, σαν να συλλογιζόταν κάτι ή σαν κάτι να της προκαλούσε πόνο. Τέλοσπάντων, το στόμα της φαινόταν σαν να προσπαθούσε να χαμογελάσει, ήμουν σίγουρος από συνήθεια. Και τότε κοίταξα γύρω γύρω σε όλα τα άλλα πρόσωπα στο βαγόνι — πρόσωπα που ανήκαν χωρίς εξαίρεση σε καλοντυμένους, καλοταϊσμένους ανθρώπους: και σχεδόν στον καθένα από αυτούς, μπορούσα να διακρίνω μία κρυφή έκφραση που έδειχνε ότι στην πραγματικότητα υπέφεραν, τόσο κρυφή που και ο ίδιοι προφανώς δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθούν.

Αυτό ήταν κάπως παράξενο, δεν είχα δει ποτέ γύρω μου τόσο θλιμμένα πρόσωπα: ή ήταν πιθανόν ότι στο παρελθόν δεν είχα ποτέ ενδιαφερθεί για αυτό που τώρα τους ‘μιλούσε’ τόσο δυνατά; Η εντύπωση μου αυτή ήταν τόσο δυνατή, που το ανέφερα στην Έλσα και αυτή επίσης κοίταξε γύρω της, σαν την προσεκτική ματιά ενός ζωγράφου που κοιτάει προσεκτικά τα ανθρώπινα πρόσωπα (για να τα ζωγραφίσει). Τότε γύρισε προς εμένα έκπληκτη, και είπε: “Έχεις δίκειο, όλοι κοιτάνε λες και υπέφεραν τα βασανιστήρια της Κόλασης… Αναρρωτιέμαι, αντιλαμβάνονται τί τους συμβαίνει”;

Ήξερα πως όχι — διαφορετικά δεν θα ζούσαν με τον τρόπο ζωής που ζουν, χωρίς καθόλου πίστη σε κάποιες δεσμευτικές αλήθειες, χωρίς κανέναν άλλο στόχο εκτός από το να ανεβάσουν το (υλιστικό) επίπεδο ζωής τους (και την υλική τους περιουσία), χωρίς καμία ελπίδα παρά μόνο να έχουν περισσότερες χρηματικές απολαβές, περισσότερες ανέσεις, και ίσως και περισσότερη δύναμη.

Όταν γυρίσαμε σπίτι, έτυχε να κοιτάξω πάνω στο γραφείο μου, όπου είχα αφήσει ανοιχτή μία μετάφραση του Κορανίου που διάβαζα πριν. Μηχανικά, πήγα να πάρω το βιβλίο για να το βάλω στο ράφι, αλλά όπως ετοιμαζόμουν να το κλείσω, το μάτι μου έπεσε στην ανοιχτή σελίδα και διάβασα:

Σας απασχολεί ο πόθος για την αύξηση του πλούτου (σ’ αυτόν τον κόσμο).

Μέχρις ότου επισκεφτείτε τα νεκροταφεία.

Όχι! Θα μάθετε (την πραγματικότητα).

Έπειτα πάλι, σύντομα θα μάθετε (τις συνέπειες).

Αλλοίμονο! Αν γνωρίζατε με προσωπική βεβαιότητα (την αλήθεια),

σίγουρα θα αντικρίζατε τη φωτιά της Κόλασης (στην οποία βρίσκεστε).

Έπειτα πάλι θα τη βλέπατε με τα ίδια σας τα μάτια!

Και έπειτα είναι που θα ερωτηθείτε κατά την Ημέρα αυτή για τις τέρψεις (που απολαμβάνετε)” (Κοράνι, 102:1-8).

Για μια στιγμή παρέμεινα αμίλητος. Νομίζω ότι το βιβλίο κουνήθηκε στα χέρια μου. Το πήγα στην Έλσα. “Διάβασε το. Δεν είναι μία απάντηση απέναντι σε ό,τι είδαμε στον Σιδηρόδρομο;

Ήταν μία απάντηση: μία απάντηση τόσο δυνατή που με μιας έφυγαν όλες μου οι αμφιβολίες. Ήξερα τώρα -χωρίς καμία αμφιβολία- ότι ήταν ένα βιβλίο εμπνευσμένο από τον Θεό και το κρατούσα στο χέρι μου: παρόλο που αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο δέκα-τρεις αιώνες πριν, ξεκάθαρα προσδοκούσε κάτι που θα μπορούσε να υπάρχει στην μηχανοποιημένη πλέον εποχή μας, στις μέρες μας.

Πάντα οι άνθρωποι γνώριζαν την πλεονεξία: αλλά ποτέ άλλοτε αυτή η πλεονεξία δεν είχε φτάσει σε τόσο μογάλο βαθμό, ώστε να καλύψει τα πάντα και οι άνθρωποι να νοιάζονται μόνο για την καλοπέραση και το προσωπικό κέρδος: μια τάση να κερδίσεις, να πάρεις, περισσότερο και περισσότερο, όλο και πιο πολύ – περισσότερο τις ημέρες μας παρά στο παρελθόν, και περισσότερο αύριο παρά σήμερα: ένας δαίμονας πάνω στο σβέρκο των ανθρώπων που ψιθυρίζει στις καρδιές τους να αναζητούν τις εφήμερες επιτυχίες που φαίνονται τόσο μεγάλες και σημαντικές και όμως στο τέλος αποδεικνύονται ένα τίποτα όταν πραγματοποιηθούν, δίνοντας τους την ‘υπόσχεση’ για νέες επιτυχίες στο μέλλον — επιτυχίες ακόμα πιο ‘λαμπρές’, πιο δελεαστικές, και που και αυτές με τη σειρά τους θα αποδειχτούν περισσότερο ασήμαντες τελικά: και αυτή η δίψα, αυτή η μεγάλη δίψα στο μυαλό τους ανθρώπου για νέες κοσμικές ‘επιτυχίες’: και όμως, αν το ήξεραν, θα έβλεπαν την Κόλαση στην οποία βρίσκονται …

Κατάλαβα ότι αυτή δεν ήταν η σοφία ενός άνδρα του μακρυνού παρελθόνοτος από την Αραβία. Όσο σοφός και αν ήταν, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν θα μπορούσε από μόνος του να προβλέψει τόσο ξεκάθαρα το χάλι των ανθρώπων της εποχής μας. Ο λόγος του Κορανίου ήταν ανώτερος από τον λόγο του προφήτη Μουχάμμεντ …

Την επόμενη ημέρα ο Leopold πήγε στον επικεφαλής μίας μουσουλμανικής κοινότητας στο Βερολίνο, που τον ήξερε από πιο πριν και του είπε: “Υπευθύνως δηλώνω ότι δεν υπάρχει άλλος θεός (άξιος να λατρευτεί) εκτός του Θεού και υπευθύνως δηλώνω ότι ο Μουχάμμεντ είναι ο απεσταλμένος του Θεού”. Ήταν Σεπτέμβριος του 1926.

Έτσι ο Leopold Weiss έγινε μουσουλμάνος στην ηλικία των 26. Εφόσον πίστηκε για την αλήθεια, δεν το καθυστέρησε άλλο αλλά το αποδέχτηκε την επόμενη κιόλας ημέρα. Αυτό ήταν ένα σημαντικό βήμα, ειδικά όταν κάποιος γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλοί που γνωρίζουν ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια, αλλά διαλέγουν παρ’ όλα αυτά να μην αφήσουν τη θρησκεία των πατέρων τους και τον τρόπο ζωής τους.

Η Έλσα, πρώτη σύζυγος του Leopold, έγινε μουσουλμάνα μερικές εβδομάδες αργότερα. Λίγο αργτότερα ο Leopold, γνωστός πλέον με το όνομα Μουχάμμεντ Άσαντ, άφησε την Ευρώπη για τρίτη φορά. Αυτή τη φορά η Έλσα ήταν μαζί του και πήγαν στο Χατζ (Προσκύνημα) στη Μέκκα. Αρρώστησε πριν το Χατζ, και πέθανε μετά από αυτό. Σε αντίθεση με τον σύζυγο της, είναι άγνωστη στον μουσουλμανικό κόσμο. Ήταν μια ήσυχη φιγούρα αλλά το φως αποκαλύπτει πράγματα, ακόμα και αν αυτά βρίσκονται στο σκοτάδι. Ωστόσο, για χάρη της ιστορίας, είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι ήταν αναζητητής της αλήθειας; ότι ξόδεψε μέρες και νύχτες μελετώντας το Κοράνι με τον σύζυγο της; ότι ταπείνωσε τον εαυτό της ‘μπροστά’ στον Ύψιστο όταν πλέον το μήνυμα Του είχε ξεκαθαρίσει στην καρδιά της; ότι πολύ σύντομα μετά από αυτά, έτρεξε στον ‘Οίκο του Θεού’ (στην Κάαμπα, Μέκκα) και έκανε ταουάφ (περιφορά) γύπω του λέγοντας: “Λεμπέικ ΑΛΛΑΧΟΥΜΜΑ λεμπέικ” (ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα Σου Θεέ μου, ανταποκρίθηκα); και τελευταίο και πιο σημαντικό, συνάντησε τον Κύριος της (πέθανε) υποταγμένη σε Αυτόν (όντας πιστή). Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος.

Όνειρο

Το Ισλάμ εγκαθίδρυσε μία πολιτική κοινότητα, η οποία κατέκοψε τους συμβατικούς εθνικούς και φυλετικούς διαχωρισμούς. Σε αυτό το θέμα, ίσως μπορεί και να ειπωθεί ότι ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ έχουν την ίδια τάση: και οι δύο συνηγόρησαν στον σχηματισμό μιας διεθνούς κοινότητας από ανθρώπους ενωμένους σε ένα κοινό ιδεώδες; αλλά ενώ ο Χριστιανισμός ήταν ‘ικανοποιημένος’ με μια απλή εφαρμογή αυτού του θεμελίου (της εναντίωσης στους φυλετικούς διαχωρισμούς) και συμβουλεύοντας τους οπαδούς του να δίνουν στον ‘Καίσαρα’ το δικαίωμα του, είχαν προσδιορίσει το διεθνές του κάλεσμα στην πνευματική σφαίρα, από την άλλη το Ισλάμ απέκτησε στον κόσμο την εικόνα ενός πολιτικού οργανισμού στον οποίο η πίστη στον Θεό θα ήταν το κύριο στοιχείο που θα χαρακτήριζε την καθημερινή συμπεριφορά του ανθρώπου και η βάση για όλες τις κοινωνικές σχέσεις και εξελίξεις … Το μήνυμα του Ισλάμ έφερε έναν πολιτισμό, στον οποίο δεν υπήρχε χώρος για εθνικισμούς, καθόλου ‘κεκτημένα δικαιώματα’, κανένας ταξικός διαχωρισμός, δεν υπήρχε ιερατείο, καμία κληρονομική μεγαλοπρέπεια. Ο στόχος ήταν να εγκαθιδρύσει μια θεοκρατία που να διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων με τον Θεό και μια δημοκρατία που να διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους … Εδώ, η κοινωνική πρόοδος δεν ήταν όπως στις άλλες κοινωνίες και πολιτισμούς το αποτέλεσμα μεγάλων και μακρόχρονων διαμαρτυριών αλλά συστατικό και μέρος ενός αυθεντικού ‘συντάγματος’“.

Ο Μουχάμμεντ είχε αφήσει την Ευρώπη για τρίτη φορά. Αλλά, τώρα ήταν μουσουλμάνος αλλά αυτή τη φορά δεν άφηνε απλώς την Ευρώπη γεωγραφικά αλλά εγκατέλειπε τη διανοητική και πολιτισμική της κληρονομιά, μέσα στην οποία μεγάλωσε ως Ευρωπαίος. Δεν επρόκειτο ποτέ ξανά πλέον να αναζητήσει την Ευρωπαϊκή του κληρονομιά.

Δεν μπορούσε όμως όταν μεγάλωνε στο σπίτι του πατέρα του στη Βιέννη, να φανταστεί ότι μία ημέρα επρόκειτο να εγκαταλείψει τα Δυτικά πρότυπα; Η απάντηση είναι πως όχι. Αλλά μερικές φορές ψύγματα της αλήθειας μας ‘αποκαλύπτονται’ στα όνειρα μας, που πολλές φορές πραγματοποιούνται χρόνια αργότερα. Πολύ πριν σκεφτεί να γίνει δημοσιογράφος και μουσουλμάνος, ο τότε Leopold είχε δει ένα όνειρο:

Πρέπει να ήμουν γύρω στα 19 μου τότε και ζούσα στο σπίτι του πατέρα μου στη Βιέννη. Ενδιαφερόμουν βαθιά για τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και συνήθιζα να κρατάω χαρτί και στυλό δίπλα στο κρεβάτι μου, έτσι ώστε να καταγράφω τα όνειρα που έβλεπα, αμέσως μόλις ξυπνούσα. Κάνοντας το, μπορούσα να διατηρήσω όλα τα όνειρα που είχα δει, ακόμα και αν δεν τα θυμόμουν πολύ καλά στη μνήμη μου. Σ’ αυτό λοιπόν το όνειρο, βρισκόμουν στο Βερολίνο και ταξίδευα με τον υπόγειο σιδηρόδρομο που έχουν εκεί — με το τρένο μερικές φορές να μπαίνει σε τούνελ και άλλες φορές να περνάει από γέφυρες, πάνω από τους δρόμους. Το τρένο ήταν γεμάτο από ανθρώπους — τόσοι πολλοί που δεν υπήρχαν θέσεις για να καθίσεις, έτσι ώστε όλοι στεκόντουσαν όρθιοι στριμωγμένοι, χωρίς να μπορούν να κινηθούν; και υπήρχε μόνο λίγο φως, από μία ηλεκτρική λάμπα. Ύστερα από λίγο, το τραίνο βγήκε από το τούνελ; δεν πήγε σε μια από αυτές τις ψηλές γέφυρες, αλλά αναδύθηκε σε μία πλατιά, έρημη πεδιάδα από άργιλο, και οι ρόδες του τραίνου κόλλησαν στον άργιλο (πηλό) χωρίς να μπορεί το τραίνο να κινηθεί μπρος και πίσω.

Όλοι οι επιβάτες, και εγώ ανάμεσα τους, αφήσαμε τα βαγόνια και αρχίσαμε να ψαχνόμαστε. Η πεδιάδα γύρω μας ήταν ατελείωτη και άδια και άγονη — δεν υπήρχε ούτε ένας θάμνος σ’ αυτήν, ούτε σπίτια, ούτε ακόμα και μία έστω πέτρα — και μία αμηχανία τους είχε καταλάβει όλους: Τώρα που σταθήκαμε εδώ, πώς θα ξαναβρούμε τον δρόμο μας για να επιστρέψουμε πίσω, μαζί με τους άλλους ανθρώπους; Ένα λυκόφως γκριζωπό τύλιξε την απέραντη κοιλάδα, όπως όταν ξημερώνει.

Αλλά κάτι είχε γίνει και εγώ δεν είχα την αγονία που είχαν οι άλλοι. Απομακρύνθηκα από το πλήθος κάνοντας δέκα βήματα, μία δρομάδα (καμήλα) κάθισε ανακούρκουδα στο έδαφος. Ήταν τελείως φορτωμένη — ακριβώς όπως αργότερα είχε δει φορτωμένες καμήλες … και στη σέλα της καθότανε κάποιος άντρας φορόντας μια άσπρη κελεμπία με καφέ λουρίδες και κοντά μανίκια. Το σαρίκι του ήταν τυλιγμένο γύρω από το πρόσωπο του, έτσι ώστε δεν μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Στην καρδιά μου όμως ήξερε ότι η δρομάδα (η καμήλα) περίμενε για ‘μένα και ότι ο αναβάτης της επρόκειτο να γίνει ο ‘ξεναγός’ μου; και έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέβηκα στην καμήλα πίσω από τον ‘ξεναγό’ μου, όπως κάποιος καβαλάει στις Αραβικές χώρες. Στη συνέχεια η καμήλα σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει, ώσπου μια ανεξήγητη ευτυχία ένοιωσα να με κατακλίζει. Ένοιωσα σαν να ταξιδεύαμε για ώρες και στη συνέχεια για εβδομάδες και για μήνες, μέχρι που έχασα την αίσθηση πλέον του χρόνου και σε κάθε βήμα της καμήλας η ευτυχία μου γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Φάνηκε τότε ο ορίζοντας και το πρώτο φως του ήλιου που ανέτειλε. Αλλά στον ορίζοντα είδα ένα άλλο φως που ερχόταν μέσα από μία τεράστια πύλη, ανάμεσα σε δύο κολόνες — ένα λαμπερό άσπρο φως, όχι σαν το φως του ήλιου — ένα δροσερό φως που μεγάλωνε όσο το πλησιάζαμε και έκανε την ευτυχία μου να αυξάνεται συνεχώς όλο και περισσότερο. Και όσο ερχόμασταν κοντύτερα προς την πύλη αυτή και προς το φως, άκουσα μια φωνή να λέει: “Αυτή είναι η πιο δυτική πόλη!” — και ξύπνησα.

Επτά χρόνια αργότερα ο Leopold ασπάστηκε το Ισλάμ και έγινε Μουχάμμεντ Άσαντ. Μερικά χρόνια αργότερα, κατέγραψε το όνειρο αυτό που είχε δει. Τότε, ζούσε στη Σαουδική Αραβία και ήταν πολύ φίλος με τον Βασιλιά Αμπντουλ-Αζίζ ιμπν Σαούντ. Ο Βασιλιάς συνήθιζε να ακούει και να μελετάει σχολιασμό του Κορανίου, μετά τη βραδυνή προσευχή (σαλάτ ουλ-Ίσαα) στο τζαμί του παλατιού του. Ένα βράδυ λοιπόν μετά την προσευχή πήρε τον Μουχάμμεντ στα ενδότερα για να συζητήσουν. Συζήτησαν για τα όνειρα και για το πως αυτά μερικές φορές αποκαλύπτουν κάτι. Όταν τότε ο Μουχάμμεντ ανέφερε στον βασιλιά το όνειρο αυτό που είχε δει χρόνια πριν, ο βασιλιάς του είπε:

Αλχάμντουλιλλάχ (Δόξα τω Θεό)! Και δεν σου ‘είπε’ αυτό το όνειρο ότι προοριζόσουν να γίνεις μουσουλμάνος;”. Κούνησα το κεφάλι μου: “Όχι, πάει πολύς καιρός.. Δεν θα μπορούσα τότε να το φανταστώ.. και δεν ήξερα κανέναν μουσουλμάνο … Ήταν εφτά χρόνια αργότερα, μετά που είχα δει το όνειρο μου, που ασπάστηκα το Ισλάμ. Το θυμήθηκα μόνο πρόσφατα, καθώς σκάλιζα τα χαρτιά μου

Αλλά ήταν σίγουρα ευλογία την οποία ο Θεός σου έδειξε μέσω αυτού του ονείρου γιε μου, Δεν το αναγνωρίζεις ξεκάθαρα; Το πλήθος των ανθρώπων που περπατούσαν όλοι μαζί χωρίς σκοπό και συ εκεί, σ’ αυτούς: αυτή δεν είναι η κατάσταση εκείνων που η πρώτη Σούρα (κεφάλαιο) του Κορανίου τους περιγράφει ως: “Αυτοί που έχουν παραστρατήσει”; Και η καμήλα που με τον οδηγό της περίμεναν για ‘σένα: δεν ήταν η σωστή καθοδήγηση την οποία το Κοράνι αναφέρει τόσο συχνά; Και ο οδηγός της καμήλας τον οποίο εσύ δεν μπορούσες να δεις και ο οποίος δεν σου μιλούσε: ποιός άλλος θα μπορούσε να ήταν εκτός από τον προφήτη; Συνήθιζε να φοράει μία άσπρη κάπα με κοντά μανίκια … Και πολλά από τα βιβλία μας δε λένε ότι όταν εμφανίζεται σε μη μουσουλμάνους ή σε κάποιους που ακόμα δεν έχουν γίνει μουσουλμάνοι, ότι είναι καλυμένο το πρόσωπο του; Και αυτό το άσπρο και δροσερό φως που είδες στον ορίζοντα: τί άλλο θα μπορούσε να ήταν αν όχι το φως της Πίστης που φωτίζει χωρίς να καίει; Δεν το έφτασες (στο όνειρο) επειδή όπως είπες ήταν λίγο πριν γίνεις μουσουλμάνος …”.

Ίσως και να έχεις δίκειο αλλά τι σήμαινε τότε εκείνη η πόλη στη Δύση όπου δύει ο ήλιος περισσότερο; Αφού εγώ ασπάστηκα το Ισλάμ και αυτό με οδήγησε προς την Ανατολή και όχι προς τη Δύση..”.

Ο Ιμπν Σαούντ έμεινε για λίγο ήσυχος και σκεπτικός; τότε σήκωσε το κεφάλι του και με χαμόγελο είπε: “Δεν θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο ασπασμός σου του Ισλάμ θα ήταν το πιο τελευταίο σημείο της προηγούμενης σου ‘Δυτικοποιημένης’ ζωής και ότι από ‘κει και μετά θα ξεκινούσες για μία νέα αρχή”;

Τα αληθινά όνειρα είναι μέρος της Πίστης μας (του Ισλάμ), όπως έχει πει ο προφήτης Μουχάμμεντ (σαλλαλλάχου αλέιχι ουά σαλάμ) και δεν είναι όλα προϊόντα φαντασίας όπως ισχυρίζονται οι ψυχολόγοι. Πολύ συχνά οι άνθρωποι βλέπουν όνειρα τα οποία τους δείχνουν κάποια μελλοντικά γεγονότα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το όνειρο που έβλεπε ο Dr. Jeffrey Lang. Δέκα χρόνια πριν γίνει μουσουλμάνος, έβλεπε στα όνειρα του ότι προσευχότανε Ισλαμικά, χωρίς τότε να ξέρει τι ήταν αυτό που έκανε και χωρίς να είχε έρθει καθόλου σε επαφή με μουσουλμάνους. Ήταν άθεος τότε.

Οι γονείς του Μουχάμμεντ Άσαντ δεν τον αποδέχτηκαν. Ο πατέρας του σταμάτησε να έχει επαφή μαζί του, το ίδιο και η αδερφή του. Μερικά χρόνια αργότερα, ήρθαν σε επαφή ξανά αλλά δυστυχώς για τον Μουχάμμεντ (και πρώην πλέον Leopold) δεν τους ξαναείδε. Εκτελέστηκαν από τους Ναζί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1942.

Όμαρ Μουχτάρ – το λιοντάρι της ερήμου

Ο Μουχάμμεντ έμεινε έξι χρόνια στη Σαουδική Αραβία, παραμένοντας στενός φίλος του βασιλιά Αμπντουλ-Αζίζ ιμπν Σαούντ (και αργότερα του βασιλιά Φαϊζάλ), ο οποίος τότε ακόμα πολεμούσε με τους αντιπάλους του και προσπαθούσε να ενώσει την αραβική χερσόνησο υπό την κυριαρχία του. Στο πρόσωπο του βασιλιά αυτού ο Μουχάμμεντ έβλεπε αυτόν που θα μπορούσε να ενώσει όλο τον Ισλαμικό Κόσμο υπό τα αυθεντικά διδάγματα του Ισλάμ. Θαύμαζε τον βασιλιά Αμπντουλ-Αζίζ ο οποίος ήταν τόσο ευσεβής άνθρωπος, που δίσταζε να περπατάει σε ένα δωμάτιο αν στο ακριβώς από κάτω πάτωμα βρισκόντουσαν οι γονείς του. Π.χ. Έλεγε: “Πώς μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να περπατάω πάνω από το κεφάλι του πατέρα μου”;

Ο Μουχάμμεντ τότε άρχισε να βλέπει με συμπάθεια τα κινήματα της βόρειας Αφρικής που πολεμούσαν για ανεξαρτησία των χωρών τους από την αποικιοκρατία. Συνδέθηκε στενά με τον Σάιγιντ Άχμεντ, τον ηγέτη των Σανούσι, οι οποίοι υπό την καθοδήγηση του Όμαρ Μουχτάρ (του επονομαζόμενου και ως ‘Λιοντάρι της ερήμου’) πολεμούσαν τους Ιταλούς αποικιοκράτες οι οποίοι είχαν βαριά όπλα και αεροπορία και πολύ συχνά τιμωρούσαν ανελέηταν τον άμαχο πληθυσμό με την κατηγορία ότι βοηθούσαν τους μαχητές του Όμαρ Μουχτάρ.

Μία φορά ένας χωρικός που επέζησε από μία σφαγή, περιέγραψε λέγοντας:

Κύκλωσαν το χωριό από τρεις κατευθύνσεις, οπλισμένοι με τανκς. Τα αεροπλάνα τους βομβάρδισαν τα τζαμιά και τα σπίτια μας.. Κρύφτηκα για να μη με δουν.. Την επόμενη ημέρα έκοψαν όλα τα δέντρα της όασης όπου βρισκόμουν, έκαψαν τα βιβλία και τα υπάρχοντα του Σάιγιντ Άχμεντ ενώ πήραν μαζί τους μερικούς από τους ουλεμά μας (διδασκάλους μας) και από τους γηραιότερους, με σκοπό να τους πετάξουν από τα αεροπλάνα τους από ψηλά, έτσι ώστε να πεθάνουν. Άκουγα όλο το βράδυ τις κραυγές των γυναικών και τα ειρωνικά γέλια των στρατιωτών (των Ιταλών)”.

Ο Όμαρ Μουχτάρ πολέμησε γενναία ώσπου ο Μουσολίνι έστειλε τον Στρατηγό Graziani με τανκς και όπλα από την Ιταλία και κατάφερε να ανακτήσει σχεδόν όλα τα εδάφη της Λιβύης, εκτός από τη βάση του Μουχτάρ.

Ήταν τότε που με τις συμβουλές του Σάιγιντ Άχμεντ αποφάσισε ο Μουχάμμεντ να επισκεφτεί τον Όμαρ Μουχτάρ, χωρίς να δηλιάσει καθόλου, για να τον πείσει να υποχωρήσει προς την Αίγυπτο, έτσι ώστε να μη σκοτωθεί. Όμως ο Όμαρ αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα εδάφη της Λιβύης και τελικά συνελλήφθη αργότερα σε ένα νεκροταφείο, όπου και δήλωσε στον Στρατηγό Graziani ότι θα συνέχιζε να τον πολεμάει αυτόν και τους Ιταλούς αποικιοκράτες ακόμα και μέχρι να πέθαινε, για χάρη της αληθινής Πίστης (Ισλάμ) και κατά της αδικίας…… “Θα σας πολεμούσα με τα ίδια μου τα χέρια, όσο γέρος και αδύναμος και αν είμαι” είχε πει..

Τελικά, τον εκτέλεσαν μπροστά στους συντρόφους του στις 16 Σεπτεμβρίου, 1931.

Αργότερα έκανε ένα κρυφό ταξίδι στο Κουβέιτ (ταξίδευε στα κρυφά κατά τη διάρκεια της νύχτας) το οποίο ήταν τότε υπό Βρετανική επιρροή, όπου και ανακάλυψε ένα κρυφό σχέδιο των Βρετανών να ενισχύσουν οικονομικά τον Αντ-Ντάουις, κύριο αντίπαλο τότε του Μουχάμμεντ ιμπν Σαούντ, με σκοπό να αποδυναμώσουν στο τέλος και τους δύο, με απότερο σκοπό να κόψουν αργότερα στα δύο την αραβική χερσόνησο και να κερδίσουν διάφορα πλεονεκτήματα… Ο Μουχάμμεντ Άσαντ τότε έγραψε ένα άρθρο και το έστειλε για δημοσίευση σε όλες της μεγάλες αραβικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες. Τα σχέδια των Βρετανών ναυάγησαν πριν καν ξεκινήσουν, καθώς προκλήθηκε σάλος και ο Ιμπν Σαούντ πήρε τα μέτρα του και σκλήρηνε τη στάση του απέναντι στη Βρετανία.

Το νερό βρωμίζει αν παραμένει ακίνητο

Το Ισλάμ ήρθε σε ‘μένα σαν έναν κλέφτη που μπαίνει σε ένα σπίτι τη νύχτα, αόρατα, χωρίς θόρυβο..μόνο που αντίθετα με έναν κλέφτη, μπήκε για να παραμείνει για καλό αλλά μου πήρε χρόνια να ανακαλύψω ότι ήμουν μουσουλμάνος”!

Κάποια στιγμή ο Μουχάμμεντ ρώτησε έναν βεδουίνο γιατί μετακινούντα συνεχώς από το ένα μέρος στο άλλο και δεν παρέμενε κάπου, για να του απαντήσει ο βεδουίνος ότι: “Αν το νερό παραμένει ακίνητο στις λακούβες, βρωμίζει και γεμίζει ακαθαρσίες. Μόνο όταν τρέχει και κυλάει, παραμένει καθαρό”.

Τα λόγια αυτά του βεδουίνου αντανακλούσαν τη ζωή του Μουχάμμεντ.. Σε νεαρή ηλικία άφησε τη Βιέννη για το Βερολίνι.. Παράτησε τις σπουδές του και έφυγε για την Ιερουσαλήμ. Από ‘κει ξεκίνησε τα ταξίδια του στη βόρεια Αφρική, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, χωρίς να παραμείνει σε ένα συγκεκριμένο μέρος για πολύ καιρό. Ταξιδεύοντας -πριν και μετά που έγινε μουσουλμάνος- γνώρισε και συνδέθηκε με φιλία με πολλούς ηγέτες ή κατοπινούς ηγέτες όπως ο βασιλιάς Αμπντουλ-Αζίζ ιμπν Σαούντ και ιδρυτής της Σαουδικής Αραβίας, και ο γιος του ο μετέπειτα βασιλιάς Φαϊζάλ, ο βασιλιάς Αμπντουλλάχ της Ιορδανίας, ο Ρεζά Χαν του Ιράν που αργότερα έγινε γνωστός ως ‘Ρεζά Σαχ Παχλεβί’, ο Σάιγιντ Άχμεντ, ηγέτης του κινήματος των Σανουσίγια στη βόρεια Αφρική, ο Όμαρ Μουχτάρ που μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του πολεμούσε για να διώξει τους αποικιοκράτες από τη χώρα του, ο Σάιγιντ Άμπου Άλα αλ-Μαουντούντι και ο ποιητής και πνευματικός ιδρυτής του Πακιστάν ο αλλάμα Ικμπάλ.

Μετά που έγινε μουσουλμάνος, ο Μουχάμμεντ Άσαντ έμεινε στη Σαουδική Αραβία για έξι χρόνια, όταν το 1939 ήρθε στην Ινδική χερσόνησο, όπου και συνεργάστηκε με τον αλλάμα Ικμπάλ για να δημιουργήσουν τα πνευματικά θεμέλια ενός μελλοντικού μουσουλμανικού κράτους (που πράγματι ιδρύθηκε αργότερα). Όταν το Πακιστάν ιδρύθηκε το 1947, κλήθηκε να οργανώσει και να διευθύνει το ‘Ίδρυμα Ισλαμικής Αναγέννησης‘ ενώ το 1952 και ύστερα από 26 χρόνια απουσίας παό τη Δύση, εστάλη στη Νέα Υόρκη ως Πρέσβης του Πακιστάν στα Ηνωμένα Έθνη. Εκεί γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγο του Πώλα, η οποία και αυτή είχε ασπαστεί το Ισλάμ, μετά από τη δική της διαδρομή προτού γνωρίσει τον Μουχάμμεντ.

Ο Μουχάμμεντ μιλούσε με αγάπη και σεβασμό γι’ αυτήν και αν και εκείνει αρνούνταν λόγω της σεμνότητας της να παραδεχτεί ότι ήταν ένα δυνατό στήριγμα για τον σύζυγο της, εκείνος πάντα το έλεγε ότι χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε να ‘δουλέψει’ τόσο δυνατά όσο δούλεψε.

Τα έργα/βιβλία που έγραψε για το Ισλάμ, είναι: “Το μήνυμα του Κορανίου” (μετάφραση και σχολιασμός του Κορανίου) που του πήρε δέκα-εφτά χρόνια για να το συμπληρώσει, “Ο δρόμος προς τη Μέκκα”, “Το Ισλάμ στο σταυροδρόμι”, “Σαχίχ αλ-Μπουχάρι: τα πρώτα χρόνια του Ισλάμ”, “Αυτός είναι ο νόμος μας” και “Τα θεμέλια του κράτους και της κυβέρνησης στο Ισλάμ”.

Πήγε στο Μαρόκκο και αργότερα στη Λισαβώνα, όπου και πέθανε το 1992, αναπαυόμενος πλέον στην ειρήνη που τόσο πολύ έψαχνε και δεν σταμάτησε ποτέ να την ψάχνει.. Σαν το νερό που συνέχεια κυλάει και συνέχεια ταξιδεύει,, περνάει μέσα από κοιλάδες, από λιβάδια κ.α. Ώσπου όμως κάποια στιγμή χύνεται στη θάλασσα και η διαδρομή του φτάνει σε ένα τέλος …

Βιβλιογραφία:

Muhammad Asad, “The Road to Mecca”, London, 1998
Muhammad Asad, “Islam at the Crossroads”, Delhi, 1991
Muhammad Asad, “This Law of Ours”, Kuala Lumpur, 2000
A Tribute to Muhammad Asad”, a video presentation by IIS

.

.

.

Πηγές:

http://www.islamfriends.gr

.

Islam.gr

.

Stories of New Muslims”, publiced from C.I.M.S (Conveying Islamic Message society), Egypt.

.

.

Islam Story

.

.

The Islamic Bulletin

.

E.t.c

 

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s